ο νεκροθάφτης (Georges Brassens, 1952)


για τον τρυφερό, ευαίσθητο και μεγάλο ζωόφιλο, τον ποιητή Georges Brassens (1921-1981)



ο νεκροθάφτης

Ο Θεός ξέρει ότι κατά βάθος δεν είμαι κακός
Και ποτέ μου δεν εύχομαι να πεθαίνουν οι άνθρωποι
Όμως, αν δεν πέθαινε ποτέ κανένας
Θα πέθαινα εγώ από την πείνα …
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Οι ζωντανοί νομίζουν ότι δεν έχω τύψεις
επειδή βγάζω το ψωμί μου στις πλάτες των πεθαμένων
Όμως με πειράζει πολύ, και εξ άλλου
Τους θάβω με πολύ βαριά καρδιά…
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Κι όσο δεν καταφέρνω να χαλιναγωγήσω τη συγκίνηση μου
Τόσο οι φίλοι με κοροϊδεύουν.
Μου λένε: «Ώρες-ώρες κακομοίρη,
Έχεις φάτσα κηδείας … »
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Και δεν πάει να λέω στον εαυτό μου ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα,
Από την άλλη, δεν μπορώ να το βρίσκω και εντελώς φυσικό
Και ποτέ δεν καταφέρνω
Να παίρνω τον θάνατο όπως έρχεται …
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Δεν σε είδα, δεν σε ξέρω, Καλέ μου Πεθαμένε Αντίο !
Κι αν κάτω από το χώμα βλέπεις τον Θεό
Πες του πόσο πολύ μου κόστισε
Η τελευταία φτυαριά …
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.


Ο Georges Brassens γεννήθηκε σε μια λαϊκή συνοικία στο λιμάνι-λιμνοθάλασσα Sète. (Στο Sète γεννήθηκαν επίσης οι:  Paul Valéry, Jean Vilar, Hervé Di Rosa, Manitas de Plata, και ο Robert Combas). Ζούσε με την μητέρα του  Elvira, τον πατέρα του Jean-Louis και την ετεροθαλή αδελφή του Simone (1912-1994), από τον πρώτο γάμο της μητέρας του, καθώς και τους παππούδες από την πλευρά του πατέρα του Jules και Marguerite.
Η μητέρα του, που οι γονείς της κατάγονταν από το Marsico Nuovo (περιοχή Basilicate της νότιας Ιταλίας), ήταν αυστηρή καθολική. Χήρα του Μεγάλου Πολέμου (Α’ Π.Π.), η Elvira παντρεύτηκε το 1919 σε δεύτερο γάμο τον Jean-Louis Brassens, εργολάβο χτίστη, άνθρωπο ήρεμο, γενναιόδωρο, με ελεύθερο πνεύμα και φανατικό αντικληρικαλιστή. Οι γονείς του ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, που τους ένωνε όμως το τραγούδι. Εξ άλλου, όλοι τραγουδούσαν στο σπίτι. 
Στα 16 του, την άνοιξη του 1938, εμπλέκεται σε μια ατυχή περιπέτεια. Για να βγάλει το χαρτζιλίκι του, κλέβει μαζί με τους φίλους του. Για λόγους ευκολίας, οι συγγενείς του είναι τα πρώτα θύματα. Ο Brassens κλέβει το δαχτυλίδι και το βραχιόλι της αδελφής του. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες διαρρήξεις φέρνουν την πόλη σε αναταραχή. Όταν η αστυνομία συνέλαβε τελικά τους ενόχους, η υπόθεση προκάλεσε σκάνδαλο. Επιεικής, ο πατέρας του Jean-Louis Brassens,  όταν πήγε να τον παραλάβει από το αστυνομικό τμήμα δεν του είπε απολύτως τίποτε. Για τη στάση του πατέρα του, θα κάνει ένα τραγούδι: «Ξέρω όμως ότι ένα χαμένο παιδί, είναι τυχερό, όταν έχει έναν τέτοιο πατέρα. Νομίζω ότι μου έδωσε ένα μάθημα που με βοήθησε να καταλάβω τον εαυτό μου: στη συνέχεια προσπάθησα να κατακτήσω τον αυτοσεβασμό μου. […] Προσπάθησα μέσα μου, να μιμηθώ τον πατέρα μου. Προσπάθησα μόνο… »
Αυτή η κλοπή του στοίχισε το 1939 ποινή φυλάκισης με αναστολή. Δεν επέστρεψε ποτέ στο κολέγιο. Πέρασε το καλοκαίρι κλεισμένος στο σπίτι του. Στις 3 Σεπτεμβρίου, κηρύχθηκε ο πόλεμος κατά της Γερμανίας. Θα μπορούσε να γίνει χτίστης κοντά στον πατέρα του, αλλά μάταια, δεν του άρεσε καθόλου αυτή η προοπτική. Έπεισε τους γονείς του να τον αφήσουν να δοκιμάσει την τύχη του στο Παρίσι και, έτσι να ξεφύγει από την στίγμα της κλοπής.
Σε ένδειξη σεβασμού προς τον πατέρα του, δεν τραγούδησε δημόσια παρά μόνο μετά το θάνατό του. Ωστόσο από το 1952 ως το 1976 γύρισε σε στούντιο 14 δίσκους. Το 1967 πήρε  Το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης της Γαλλικής Ακαδημίας.

LE FOSSOYEUR

Dieu sait que je n’ai pas le fond méchant,
Je ne souhaite jamais la mort des gens;
Mais si l’on ne mourait plus.
Je crèverais de faim sur mon talus…
Je suis un pauvre fossoyeur.

Les vivants croient que je n’ai pas de remords
A gagner mon pain sur le dos des morts;
Mais ça me tracasse et d’ailleurs.
Je les enterre à contrecoeur…
Je suis un pauvre fossoyeur.

Et plus je lâche la bride à mon émoi.
Et plus les copains s’amusent de moi;
Y me disent: «Mon vieux par moments.
T’as une figure d’enterrement…»
Je suis un pauvre fossoyeur.

J’ai beau me dire que rien n’est éternel,
Je peux pas trouver ça tout naturel;
Et jamais je ne parviens
A prendre la mort comme elle vient…
Je suis un pauvre fossoyeur.

Ni vu ni connu, brave mort adieu!
Si du fond de la terre on voit le Bon Dieu.
Dis-lui le mal que m’a coûté
La dernière pelleté…
Je suis un pauvre fossoyeur.
Je suis un pauvre fossoyeur.

Georges Brassens (1921-1981)

Georges Brassens

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.
Advertisements

2 Responses to ο νεκροθάφτης (Georges Brassens, 1952)

  1. Ο/Η L'Enfant de la Haute Mer λέει:

    Χαίρομαι πολύ που σου άρεσε, δείμο του πολίτη!
    (επανήλθε το μίκυ-μάους)

Μήπως θέλετε να γράψετε κάτι στο βιβλίο επισκεπτών; (Κεφαλαία, είτε Ελληνικά είτε Greeklish δεν θα δημοσιεύονται)

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: