«Μπλουζ είναι ό,τι αποφασίζει ο μπλούζμαν!»

Νικ Γκραβενίτης:
«Μπλουζ είναι ό,τι αποφασίζει ο μπλούζμαν!»

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Βρέθηκε πρόσφατα για τέταρτη φορά στην Ελλάδα, παίζοντας σε δέκα(!) πόλεις. Είναι ο θρυλικός Ελληνοαμερικανός Νικ Γκραβενίτης: για μία τριακονταετία δίπλα στα μεγάλα ονόματα του ροκ και του μπλουζ, για μία τριακονταετία «μοναχικός λύκος» που επιβιώνει πεισματικά, για να κρατάει ζωντανή μια ιστορία που «κάποιος πρέπει να την πει και αυτός ο κάποιος στο τέλος μένει μόνος».
Ο υπογράφων «συνομιλεί» με τον Γκραβενίτη εδώ και 16 χρόνια. Από αυτές τις συνομιλίες ξεπηδούν και οι ροκ ιστορίες που ακολουθούν.
«Γράφω για πράγματα που είναι τόσο βασικά ώστε να μην εκφράζονται με λέξεις» λέει ο Νικ Γκραβενίτης, περιοδικό «Ντέφι», τ. 17



«Γεια σου πατρίς!»
Λονδίνο, Δεκέμβριος 1980. Ο Περικλής, φοιτητής τότε στη London School of Economics και διπλωμάτης καριέρας σήμερα, στέκεται ανήμπορος μπροστά στο δίλημμα: «Στη μια μεριά του Λονδίνου παίζουν οι Β-52’s και στην άλλη άκρη ο Γκραβενίτης! Πού θα πρωτοπάμε;». «Είναι απλό», του απάντησα, «Θα πάμε και στα δύο! Αποκλείεται ο Γκραβενίτης να παίξει πριν από τα μεσάνυχτα!».
Το γεγονός ότι την ώρα όπου ήμασταν εκεί βρισκόταν στην πόλη και ο ελληνοαμερικανός τραγουδοποιός – θρύλος που σπάνια εμφανίζεται στην Ευρώπη έκανε την πρώτη επαφή μαζί του επιτακτική ανάγκη.
Από την άλλη, όχι μόνο θέλαμε να δούμε τους Βοστωνέζους Β-52’s, αλλά με το που φθάσαμε νωρίς νωρίς στη συναυλία τους γνωρίσαμε και μια εκπάγλου κάλλους Ιταλίδα οπαδό τους. Ήπιαμε, χορέψαμε και όταν οι Β-52’s τελείωσαν ήταν εξαιρετικά δύσκολο να την αποχωριστούμε. Τη λύση έδωσε ο Περικλής: «Κοίτα», της είπε, «εμείς πάμε τώρα κάπου αλλού για να ακούσουμε έναν Έλληνα μπλούζμαν. Αλλά μαζί του παίζει και ένας Ιταλός μπλούζμαν. Ως εκ τούτου έχεις και εσύ ένα λόγο για να έρθεις παρέα μας!». Η Ιταλίδα κοίταζε καχύποπτα και μετά άρχισε να γελάει: «Ελληνας μπλούζμαν; Χα, χα, χα! Και Ιταλός μπλούζμαν; Αυτό θα ήθελα πραγματικά να το δω με τα μάτια μου…».
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα οι τρεις μας μπαίναμε στο ξύλινο, καπνισμένο κλαμπ Dingwall’s, δίπλα στο ποτάμι, στο Κάμντεν Τάουν. Δεξιά στη σκηνή ξεχώριζε η λεπτοκαμωμένη φιγούρα του θρυλικού μακρυμάλλη κιθαρίστα Τζον Τσιπολίνα ­ του Ιταλού που λέγαμε…
Η Ιταλίδα άρχισε μεν να λικνίζεται στους ρυθμούς του ηλεκτρικού μπλουζ που έπαιζε η τετραμελής μπάντα, αλλά μεταξύ σοβαρού και αστείου ζητούσε αποδείξεις για την ελληνική και ιταλική καταγωγή των δύο επικεφαλής. Σε ένα «καυτό» σόλο του Γκραβενίτη, ο Περικλής φώναξε: «Γεια σου, Νίκο!». Εκείνος κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε τριγύρω αμήχανα, πλησίασε στο μικρόφωνο και απάντησε ως γνήσιος… «Μπρούκλης»: «Γεια σου πατρίς!».
Αργότερα μας έλεγε ότι ήταν η πρώτη φορά όπου Έλληνες βρίσκονταν στον δρόμο του, εκτός βεβαίως από τους συγγενείς του στο Σικάγο. Και το επόμενο μεσημέρι είχαμε την πρώτη από τις συνομιλίες μας. Όπως οτιδήποτε μας συνέδεσε στα 16 αυτά χρόνια έτσι και αυτές είχαν σχεδόν πάντοτε ως συμπλήρωμα ένα καλό γεύμα.
Και εκείνο το δεκεμβριάτικο μεσημέρι στο Λονδίνο ο ίδιος ζήτησε το γεύμα να γίνει σε ελληνικό εστιατόριο.



«Γεννημένος στο Σικάγο»
Να ‘μαστε λοιπόν μέσα στο κρύο να μπαίνουμε στο εστιατόριο ενός Κυπρίου στο Νότινγκ Χιλ Γκέιτ. Είναι λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, αλλά ο Γκραβενίτης δείχνει αποφασισμένος να αρπάξει την ευκαιρία απ’ τα μαλλιά. Αγκαλιάζει τον εστιάτορα και σε σπαστά ελληνικά τού λέει: «Εϊ, πατριώτη, μαγειρίτσα έχεις; You know… Πάσχα, Χριστός Ανέστη;».
Τελικά ο Κύπριος κάπως τα τακτοποίησε, με αρνάκι και μια σούπα αβγολέμονο και ο Γκραβενίτης άρχισε για πρώτη φορά στη ζωή του να μιλάει σε συνέντευξη για την ελληνική του πλευρά:
«Γεννήθηκα στη νότια πλευρά του Σικάγο, σε μια περιοχή λίγων μεσοαστών και πολλών εργατών. Στην πραγματικότητα το νότιο μέρος του Σικάγο είναι η πιο τραγική πλευρά της πόλης. Οι περισσότεροι κάτοικοι εκεί ήταν κυρίως Γερμανοί, Ιρλανδοί και Πολωνοί, καθώς και λίγοι Έλληνες. Η δική μου οικογένεια είχε ένα εστιατόριο. Ηταν ένα ωραίο μαγαζί και στην ουσία γεννήθηκα και μεγάλωσα εκεί μέσα, γιατί ήταν, ας πούμε, μια οικογενειακή «επιχείρηση», ένα εστιατόριο όπου δούλευε όλη η οικογένεια. Το εστιατόριό μας, όπως και μερικά άλλα, ήταν κάτι σαν σιδηροδρομικός σταθμός… (γελάει), σαν κέντρο διερχομένων, για τους Έλληνες μετανάστες του Σικάγο. Έρχονταν εκεί όλοι οι νεοφερμένοι ­ μερικοί ήταν και συγγενείς μας ­, δούλευαν για λίγο και έμεναν προσωρινά στον επάνω όροφο, ώσπου έβρισκαν κάτι άλλο καλύτερο και έφευγαν, για να γίνουν και αυτοί μέλη της κοινωνίας των μεταναστών. Εγώ πήγα σε ελληνικό δημοτικό σχολείο, πήγαινα στην ελληνική εκκλησία και μιλούσα αρκετά ελληνικά στο σπίτι… Μπορώ να καταλάβω τα ελληνικά και θα μπορούσα να τα μιλάω ακόμη και τώρα, μόνο που στο Σαν Φρανσίσκο, όπου μένω, δεν ξέρω κανέναν Έλληνα για να έχω την ευκαιρία να χρησιμοποιώ τη γλώσσα. Μα μόλις πατάω το πόδι μου στο Σικάγο αρχίζω ξανά να μιλάω τη γλώσσα μου και όλα ξανάρχονται στο μυαλό μου. Είναι μια πλούσια γλώσσα και χαίρομαι που την έμαθα στο σπίτι μου, στο σχολείο και στην εκκλησία. Γιατί, βλέπεις, οι Έλληνες τα κουβάλησαν όλα στις ΗΠΑ. Κουβάλησαν τη θρησκεία τους, τα σχολειά τους, τις παραδόσεις τους. Δεν ήθελαν και πολύ να μπολιαστούν με την αμερικανική κοινωνία και να γίνουν Αμερικανοί: ήθελαν να μείνουν Έλληνες».



­ Από πού είχαν ξεκινήσει οι δικοί σου;
«Από ένα χωριό που λέγεται Παλαιοχώρι, έξω από το Λεωνίδιο της Σπάρτης. Το μέρος από όπου ξεκίνησαν οι δικοί μου για τις ΗΠΑ ήταν ένα πολύ μικρό χωριό πάνω σε βουνά, πολύ δύσκολο να το βρεις εκείνα τα χρόνια, με κατοίκους πολύ καχύποπτους απέναντι στους ξένους, απέναντι σε οποιονδήποτε δεν είχε γεννηθεί εκεί… Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι όταν πήγαν στο Σικάγο παρέμειναν έτσι: φοβισμένοι, καχύποπτοι, κλεισμένοι στους εαυτούς τους και στις οικογένειές τους, με φοβερά προβλήματα προσαρμογής στη νέα κοινωνία. Έτσι μεταφύτευσαν μια μικρή Ελλάδα στο Σικάγο… (γελάει).
Και σαν γνήσιος Έλληνας που ήταν ο πατέρας μου, μόλις έμαθε ότι ασχολούμαι με τη μουσική πήρε το ίδιο μαχαίρι με το οποίο έσφαζε το αρνί κάθε Πάσχα και άρχισε να με κυνηγάει…».

­ Πώς μπερδεύτηκες με τη μουσική;
«Κοίτα, ζούσα την εξής αντίφαση: στο σπίτι ήταν όλα ελληνικά ­ η γλώσσα, οι συνήθειες, η εκκλησία, η μουσική, το φαγητό. Και μετά, άνοιγα την πόρτα και απ’ έξω ήταν η Αμερική, όπου ήμουν ξένος. Έπαψα να είμαι ξένος όταν μπήκε στη ζωή μου η αμερικανική μουσική σε όλες της τις εκδοχές, μα κυρίως η «μαύρη» μουσική, το μπλουζ. Όλα άρχισαν στη δεκαετία του ’50, όταν οι μουσικοί, που αργότερα θα ‘ήμασταν παρέα, ήμασταν φανατικοί του μπλουζ, στην περίοδο των σπουδών μας κυρίως. Εγώ ήμουν στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο εκείνο τον καιρό».



­ Τι σπουδές έκανες;
«Λογοτεχνία. Εκείνη την εποχή ήμουν κάτι σαν συγγραφέας ή ποιητής. Έγραφα μικρές ιστορίες, πεζά, ποιήματα. Το Πανεπιστήμιο του Σικάγο λοιπόν περιστοιχίζεται από το μαύρο γκέτο. Ένα γκέτο γεμάτο μπαρ, όπου κάθε ένα είχε μια δική του μπάντα που έπαιζε μπλουζ. Και τότε, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, ήταν η κορυφαία εποχή για το ρυθμ εν μπλουζ του Σικάγο, με κάθε είδους συγκροτήματα, ραδιοφωνικά προγράμματα, δισκάδικα, ζωντανές εμφανίσεις στα κλαμπ. Εκατοντάδες συγκροτήματα έπαιζαν παντού και εγώ ήμουν ακριβώς μέσα σε όλα αυτά, μέσα στην ακμή του Σικάγο μπλουζ».

­ Έτσι λοιπόν επηρεάστηκες από όλο αυτό το πράγμα.
«Ε, βέβαια, επηρεάστηκα. Αν και ήταν περισσότερο σαν… (σκέφτεται) Κοίτα, όταν ήμουν νέος, ήμουν αλήτης του δρόμου, κάτι σαν γκάνγκστερ. Κλοπές, διαρρήξεις, ήμουν σκληρός άνθρωπος. Κουβαλούσα μαζί μου όπλο, έπινα, έπαιρνα ναρκωτικά, με δυο λόγια ήμουν «τρελός». Και εκείνη την εποχή δεν υπήρχε παρά ελάχιστη επαφή άσπρων και μαύρων στο Σικάγο. Ο ένας φοβόταν τον άλλον. Παρ’ όλα αυτά άρχισα να πηγαίνω στα κλαμπ των μαύρων γιατί, όπως σου είπα, ήμουν «τρελός». Όχι γιατί ήμουν ένας διανοούμενος που είχε την περιέργεια για τη μουσική των μαύρων, αλλά γιατί το όλο πράγμα ήταν άγριο, είχε την πλάκα του και τη γοητεία του, και εγώ ήμουν πιωμένος, χτυπημένος από όλα αυτά και έπιανα τον σφυγμό, και το μόνο που ήθελα ήταν να περάσω όμορφα την ώρα μου. Σε όλη μου τη ζωή αναρωτιέμαι γιατί έχω περάσει τόσο σκληρά και άγρια τα χρόνια της νιότης μου. Γιατί τόση βία και τρέλα; Και βρήκα ότι πρέπει να είσαι τρελός για να κάνεις κάτι που να αξίζει τον κόπο. Όταν είσαι πιτσιρικάς, πρέπει να είσαι τρελός για να μπεις μόνος σου στα μπαρ των μαύρων. Πρέπει να «σου την έχει δώσει» για να κάνεις κάτι καλό. Αν δεν ήμουν τρελός, αν δεν ήμουν αυτός ο τύπος ανθρώπου, δεν θα είχα κάνει τίποτε στη ζωή μου».

­ Τους φοβόσουν όμως τους μαύρους, έτσι;
«Αρχικά φοβόμουν πάρα πολύ, ώσπου ανακάλυψα ότι είχα πιο πολλά να φοβηθώ από τους λευκούς παρά από τους μαύρους (γελάει). Αλλά δεν μπορείς να τα μάθεις αυτά τα πράγματα αν δεν μπεις μέσα στις καταστάσεις που τα γεννάνε και δεν ψάξεις. Και εγώ ήμουν συχνά ο μόνος λευκός μέσα σε ένα μπαρ με μαύρους και όλα ήταν καινούργια και περίεργα. Θυμάμαι την πρώτη φορά που άκουσα ένα συγκρότημα να παίζει μπλουζ με ηλεκτρικό ήχο. Βγήκα έξω από το μπαρ με πονοκέφαλο, άρρωστος από τη φασαρία, αλλά ήταν κάτι καινούργιο και σιγά σιγά διασκεδαστικό, γιατί τότε δεν ήμουν επαγγελματίας μουσικός. Έπαιζα φολκ μουσική, αλλά δεν θα σκεφτόμουν ποτέ τότε να κάνω καριέρα ως μουσικός ­ το έκανα για ευχαρίστηση. Όταν όμως άρχισα να μπαίνω στο μαύρο γκέτο κατάλαβα ότι με είλκυε το μπλουζ και άρχισα να φέρνω και άλλα λευκά παιδιά μαζί μου. Έφερα σε εκείνα τα κλαμπ τον Πολ Μπάτερφιλντ, τον Μάικ Μπλούμφιλντ. Ήμουν κάτι σαν πρεσβευτής του γκέτο…» (γελάει).



«Η μικρή επανάσταση του Ντίλαν»
Γιος δικηγόρου ο Μπάτερφιλντ και γιος Εβραίου επιχειρηματία ο Μπλούμφιλντ, βρέθηκαν παρέα με τον γιο των Ελλήνων μεταναστών και μερικούς ακόμη μουσικούς να αλλάζουν την αισθητική του ροκ μπολιάζοντάς το με μια ισχυρή δόση μπλουζ, αλλά και με μια πιο «στην κόψη του ξυραφιού» στάση. Ο Μπάτερφιλντ και ο Γκραβενίτης είχαν ο καθένας τη δική του μπάντα, με «κοινό παρονομαστή» τον Μπλούμφιλντ. Πριν ο Νικ δανείσει στον Μπάτερφιλντ το αυτοβιογραφικό τραγούδι του «Born in Chicago», η παλιοπαρέα τους πρόλαβε να αλλάξει λιγάκι την ιστορία του ροκ.
«… Πηγαίναμε κατά διαόλου! Χωρίς λεφτά, χωρίς συμβόλαιο, χωρίς διασυνδέσεις. Τίποτε! Έτσι, όταν ο Πολ έφευγε για τη Νέα Υόρκη, μια ολόκληρη παρέα λευκών μουσικών του μπλουζ τούς ακολουθήσαμε. Απλώς για χάζι, για να τριγυρνάμε. Υπογράφοντας το συμβόλαιό του ο Μπάτερφιλντ κανόνισε να παίξει και στο μεγάλο ετήσιο Φεστιβάλ του Νιούπορτ. Αυτό ήταν ένα μεγάλο και καταξιωμένο φεστιβάλ φολκ μουσικής, που το αγκάλιαζε η διανόηση των νεοϋορκέζικων ΜΜΕ και πανεπιστημίων και το καθοδηγούσε μια «πιουρίστικη» αντίληψη για τη μουσική. Με δυο λόγια, δεν σήκωνε ηλεκτρικό ήχο και πειραματισμούς! Τέλος πάντων, τους έχω όλους σε ένα βαν και οδηγώ ως το Νιούπορτ, όταν φτάνουμε και συναντάμε τον Μπομπ Ντίλαν. Όντας το αγαπημένο παιδί της ιντελιγκέντσιας ως «τραγουδιστής διαμαρτυρίας» ο Ντίλαν έχει πια βαρεθεί και θέλει να αποχωριστεί την ακουστική κιθάρα του για έναν πιο ηλεκτρικό ήχο. Οπότε συνειδητοποιεί ότι έχει μπροστά του κάτι τύπους που κάνουν αυτό ακριβώς το πράγμα εδώ και πέντε χρόνια. Ο Μπλούμφιλντ ήταν αρκετά ενθουσιώδης ώστε να αναρτήσει μια επιγραφή στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου που έγραφε: «Όποιος μουσικός έχει τα κότσια να παίξει με ηλεκτρικό ήχο, να ανεβεί στο δωμάτιο τάδε». Εκεί έγινε χαμός, με τον Ντίλαν να μη γνωρίζει τι θα ακολουθήσει και με τον πυρήνα της ομάδας μας να ετοιμάζεται για την πρώτη εκτός Σικάγο εμφάνισή του».


Αυτό που ακολούθησε είναι ότι δεκάδες χιλιάδες αγανακτισμένοι οπαδοί του αποδοκίμασαν άγρια τον Μπομπ Ντίλαν για την επιλογή του να «ροκάρει» τον ήχο του, προκαλώντας έτσι την ιστορική του απόφαση να γυρίσει την πλάτη στην κοντόφθαλμη αμερικανική Αριστερά, να απαρνηθεί οριστικά την ετικέτα του τραγουδιστή διαμαρτυρίας και να αλλάξει την ακουστική κιθάρα του με μια ηλεκτρική, στέλνοντας παντού το μήνυμα ότι ο πρίγκιπας της αμφισβήτησης έλεγε «ναι» στο επερχόμενο, παρατεταμένο, ροκ «καλοκαίρι» του δευτέρου ημίσεος της δεκαετίας του ’60. Εξαργυρώνοντας τη δική τους συμμετοχή σε αυτή τη μικρή επανάσταση, ο Μπάτερφιλντ, ο Γκραβενίτης και οι συν αυτοίς κατηφορίζουν στην Καλιφόρνια και συγκεκριμένα στο Σαν Φρανσίσκο, όπου συγκεντρωνόταν σιγά σιγά ένα πλήθος ταλαντούχων μουσικών και συγκροτημάτων. Η μπάντα του Μπάτερφιλντ έκανε γρήγορα βήματα και όταν ηχογράφησε τον δεύτερο δίσκο της, «East – West», στο επίκεντρο της προσοχής ήταν πάλι ένα δημιούργημα του Νικ, το ομώνυμο κομμάτι.
Χρονολογούμενη από τις ημέρες τους στο Σικάγο αυτή η σύνθεση του Γκραβενίτη και του Μπλούμφιλντ άλλαξε όλη την αντίληψη των τότε αμερικανικών συγκροτημάτων γύρω από τα όρια του ροκ, γιατί, στα 13 λεπτά(!) όπου διαρκεί, το αίτημα εκείνης της μακρινής εποχής για ένα γεφύρωμα της Δύσης με την Ανατολή πήρε σάρκα και οστά με τον καλύτερο τρόπο.
Το «East – West» δεν ανήκει σε κανέναν από τους δύο αυτούς κόσμους, είναι μια «παραφωνία» μέσα σε έναν κόσμο όπου όλα κάπου ανήκουν· στην ουσία είναι ένα σπουδαίο τραγούδι, γιατί και «νόμιμο» ακούγεται και προαναγγέλλει την εποχή των έθνικ ακουσμάτων 30 χρόνια πριν την ώρα της. Ο Γκραβενίτης συνεισφέρει εδώ ένα άγγιγμα από ουσάκ, ο Μπλούμφιλντ συνεισφέρει ένα άγγιγμα ινδικής ράγκα και ο ίδιος πάλι, μαζί με τα άλλα μέλη της μπάντας, ένα άγγιγμα μπλουζ που υποβόσκει σε όλη τη διάρκεια αυτού του γεμάτου μυστικισμού 13λεπτου.
Το κυριότερο: το «East – West» καταφέρνει να δώσει ­ χωρίς καν να «ερωτηθεί» ­ την απάντηση στο χρόνιο ερώτημα αν η μουσική της Ανατολής και η ροκ παράδοση παντρεύονται. Και δίνει την καταφατική του απάντηση πολλά χρόνια προτού οι ντόπιοι μουσικοί μας πελαγοδρομήσουν στο ίδιο ερώτημα παράγοντας, στην προσπάθειά τους να το απαντήσουν, φληναφήματα ως επί το πλείστον. Ίσως επειδή δεν είναι ούτε αρκετά Ανατολίτες ούτε αρκετά ροκάδες…



«Ποιος διάολος σ έκανε έτσι;»
Περιστοιχισμένος από ροκάδες και μπλούζμεν ο ήρωάς μας έμεινε στο Σαν Φρανσίσκο χαράζοντας τη δική του καριέρα ως παραγωγού, συνθέτη και τραγουδιστή. Και παράλληλα, βλέποντας τους φίλους του να σβήνουν ένας ένας! Τον Φεβρουάριο του 1981 έλαβα ένα γράμμα του που άρχιζε με τη φράση: «Μόλις επέστρεψα από την κηδεία του Μάικλ Μπλούμφιλντ…». Στις λέξεις που ακολουθούσαν διέκρινες τη στωικότητα αλλά και τη μοναξιά του ανθρώπου που θα επιζήσει για να πει την ιστορία ως το τέλος.
Το ίδιο διέκρινε κανείς και όταν τα Χριστούγεννα του ’87 ο Νικ είπε την ιστορία του θανάτου του Πολ Μπάτερφιλντ ένα πρωί καθώς περπατούσαμε στον Εθνικό Κήπο:
«Τον ήξερα από 16 χρονών. Μαζί ξεκινήσαμε ως λαϊκό ντουέτο και ήταν ένας γλυκός, καθαρός έφηβος ­ δεν έπινε, δεν κάπνιζε καν. Ύστερα, οκτώ μήνες προτού πεθάνει, ένα βράδυ, ήμουν τόσο θυμωμένος από κάτι πράγματα που μου ‘χε κάνει, που πήγα να τον δείρω. Δεν είχα αισθανθεί έτσι για κανέναν άνθρωπο τα τελευταία 20 χρόνια. Πήγα λοιπόν εκεί όπου έπαιζε και περίμενα στο πάρκινγκ να τελειώσει για να του σπάσω τα μούτρα, αλλά μόλις άρχισα να του μιλάω, αντί να τον χτυπήσω, άρχισα να κλαίω σαν παιδί. Ήταν χάλια. Έπινε, έπαιρνε ηρωίνη, ήταν άρρωστος, τον είχαν εγχειρήσει στα έντερα και πίσω από αυτή την αξιοθρήνητη εικόνα είδα το καθαρό πρόσωπο του νέου παιδιού που ήξερα και άρχισα να κλαίω. «Τι σκατά σού έκαναν; Ποιος διάολος σ’ έκανε έτσι;» τον ρωτούσα. Και ύστερα πήγαμε στο μπαρ, ήπιαμε κάτι και τα βρήκαμε. Του είπα: «Ξέχνα τα όλα. Νιώθω άσχημα να σου κρατάω κακία. Ερχόμουν να σε χτυπήσω, αλλά εσύ θα κάνεις πολύ χειρότερα πράγματα στον εαυτό σου».
Την άλλη μέρα με παίρνει τηλέφωνο και μου λέει: «Ξέρεις τι έπαθα όταν έφυγες; Βγήκα, έπαιξα δυο-τρεις νότες και μπλέχτηκα σε ένα καλώδιο, έπεσα και έσπασα τη μύτη μου πάνω σε έναν ενισχυτή, μαύρισα το μάτι μου και κόπηκα άσχημα στο πρόσωπο…». Σωστά λοιπόν το είχα προβλέψει. Είχα πάει να τον δείρω, αλλά εκείνος χτύπησε χειρότερα τον εαυτό του. Και από εκείνη τη στιγμή ήξερα ότι είχε ήδη πεθάνει. Δεν μπορούσε να κόψει το ποτό και τα ναρκωτικά ­ ήταν θέμα χρόνου. Σε οκτώ μήνες ήταν νεκρός».



«Θαμμένη ζωντανή στα μπλουζ»
Πολύ προτού χάσει τους δύο ταλαντούχους συντοπίτες του ο Γκραβενίτης είχε ήδη γευθεί την οδύνη της απώλειας με τον θάνατο της μεγάλης Τζάνις Τζόπλιν. Ο Νικ δεν ήταν απλώς ο μοναδικός άνθρωπος του οποίου η Τζόπλιν ηχογράφησε τέσσερα τραγούδια. Ήταν, τρόπον τινά, ο μέντοράς της.
«Παρ’ ότι ήταν γυναίκα, ήμασταν σαν αδέλφια, γιατί ήμασταν άνθρωποι του μπλουζ. Και στην παρέα του μπλουζ δεν έχει σημασία ποιου χρώματος ή ποιου φύλου είσαι. Εκείνο που μετράει είναι το… πού είναι τα μπλουζ σου (γελάει).
Μου ήταν πολύ εύκολο να της μιλήσω, να επικοινωνήσω μαζί της, γιατί δεν υπήρξε η τυπική σεξουαλική απόσταση ανάμεσά μας. Η Τζάνις ήταν προσγειωμένη, μιλούσε στα ίσα. Και όλοι οι φίλοι της, άνδρες και γυναίκες, ήταν τέτοιοι τύποι. Ήταν μια γυναίκα με μόνιμα αχτένιστα μαλλιά, φακίδες και σπυράκια στο πρόσωπό της. Και πολύ μόνη.
Άλλωστε είχε πει και τη φράση: «Όταν είμαι στη σκηνή κάνω έρωτα με 25.000 ανθρώπους και μετά πάω σπίτι και είμαι ολομόναχη».
Προτού γίνει διάσημη πέρασε άσχημα χρόνια γιατί, απλώς, δεν ήταν μια όμορφη κοπέλα. Ένας άνθρωπος του μπλουζ προσπαθεί να εκφράσει τον εαυτό του. Μα δεν μπορείς να τα καταφέρεις αν έχεις αρνητικές προδιαθέσεις για τον ίδιο σου τον εαυτό. Και η Τζάνις ήταν ένας από αυτούς τους ανθρώπους, τους ηθελημένα άσχημους. Ντυνόταν, τις πρώτες μέρες, με κάτι φριχτά κουρέλια σαν να ήθελε να δείχνει ασχημότερη από ό,τι ήταν. Δεν την ένοιαζε πώς ντυνόσουν, πώς έμοιαζες ή πώς μύριζες. Την ενδιέφερε πόσο μπορούσες να τη νιώσεις, γιατί αυτό ήταν που της έλειπε. Μετά άρχισε να ζει κοινοβιακά με χίπις, όπως ήταν όλοι οι μουσικοί στο συγκρότημα που είχε, με χαϊμαλιά και πατσουλί (γελάει)… και τότε ήταν που έμενε με μια από τις πρώην γυναίκες μου, την πρώτη πρώην σύζυγό μου».



­ Πόσες είναι συνολικά;
«Δύο πρώην γυναίκες μου (χαμογελάει). Αυτή, η πρώτη πρώην σύζυγός μου είναι σχεδιάστρια ρούχων και έτσι άρχισε να ντύνει την Τζάνις, να της σχεδιάζει φορέματα και να την περιποιείται. Όταν άρχισε αυτό, τότε ήταν που έγινε πραγματικά διάσημη η Τζόπλιν. Ακόμη και τότε όμως παρέμεινε ένας καλός μα ανασφαλής άνθρωπος. Πάντα γύρευε τη συμβουλή ενός «δυνατού» και προς το τέλος της ζωής της εργαζόταν αρκετά. Είχε ένα νέο γκρουπ, θυμάμαι, μιλούσαμε για το μέλλον με την ίδια και τον μάνατζέρ της, τον Αλμπερτ Γκρόσμαν, που ήταν φίλος μου, και είχε βάλει σε έναν καλό δρόμο την καριέρα της ώστε κέρδιζε κάπου μισό εκατομμύριο δολάρια τον χρόνο. Ήταν κάτι που η ίδια ποτέ δεν θα κατάφερνε μόνη της και ετοιμάζαμε μια τουρνέ, αλλά τότε, προς το τέλος, άρχισε πάλι να αλλάζει. Τον περισσότερο χρόνο ήταν πιωμένη και είχε γίνει μια αντιπαθητική αλήτισσα που ώρες ώρες ήθελα να της δώσω μια κλωτσιά στον πισινό. Θέλω να πω ότι μου έδινε στα νεύρα και το μόνο που θα μας έσωζε και τους δύο ήταν να την πετάξω έξω από το σπίτι μου, να την πετάξω με τις κλωτσιές. Βλέπεις, εγώ τα είχα περάσει όλα αυτά στα νιάτα μου, ποτό, ναρκωτικά κλπ., στα τρελά χρόνια μου, όταν ήμουν 20-25, αλλά όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο απομακρυνόμουν από αυτές τις καταστάσεις. Οι άλλοι, όσο περνούσε ο καιρός τόσο έμπαιναν πιο βαθιά σε αυτές τις ιστορίες. Έτσι, αυτοί πήγαιναν σε έναν δρόμο και εγώ ακολουθούσα τον αντίθετο.
Τέλος πάντων, προς το τέλος η Τζάνις ήθελε πια να πεθάνει ­ ήταν φανερό. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να ελέγξει τα πράγματα, να τα φέρει σε μια νορμάλ κατάσταση. Είχε σχεδόν τρελαθεί και ήμουν πολύ απογοητευμένος από όλα αυτά. Όταν πέθανε λυπήθηκα αφάνταστα για τον θάνατό της, που όμως τον περίμενα».
Το βράδυ όπου πέθανε η Τζάνις επρόκειτο να τραγουδήσει τη σύνθεση του Νικ «Burried Alive in the Blues». Δεν πρόλαβε να βάλει τη φωνή της και το κομμάτι (με τον προφητικό τίτλο) έμεινε «γυμνό» στο τέλος του τελευταίου δίσκου της, «Pearl». Η σχέση τους «συνεχίζεται» ως σήμερα. Στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα ο Γκραβενίτης μού έλεγε για δύο υπερπαραγωγές του Χόλιγουντ με θέμα τη ζωή της.
«Έχω από τρία τραγούδια στην κάθε ταινία. Πράγμα που σημαίνει αρκετά χρήματα για μένα στο μέλλον. Αυτά τα λεφτά είναι η σύνταξή μου (γελάει). Είναι ο ελληνικός μου τρόπος. Τσεκ στο ταχυδρομείο, από δίσκους άλλων ανθρώπων που πολλοί είναι νεκροί (γελάει)… Dead People’s Money!».
Αυτό το «μαύρο» στοιχείο στο χιούμορ του, που του κόστισε πολύ σε φήμη, δείχνει στην ουσία την ευαισθησία και τον πόνο στην ψυχή του Γκραβενίτη. Γιατί, αν τον ρωτήσεις στα σοβαρά για τους νεκρούς του, θα σου πει:
«Γράφω για αυτούς τους ανθρώπους. Δεν μπορώ να μιλήσω πολύ καλά ούτε και να εξηγήσω τις πράξεις τους, αναγκαστικά λοιπόν γίνομαι συναισθηματικός και τραγουδάω γι’ αυτούς. Τρέφομαι από τους φίλους μου ­ σαν καρχαρίας. Αυτά τα πράγματα, αυτή η ζωή σε κάνει μπλούζμαν. Αυτή ­ και όχι καμιά ιδέα. Έχω περάσει από πάρα πολλά και ­ δόξα τω Θεώ ­ κάπου βρήκα τη δύναμη να συνεχίσω και να μείνω ζωντανός. Δεν είμαι αλκοολικός, δεν παίρνω ναρκωτικά, έχω ακόμη τη δύναμη να αγαπώ και λυπάμαι αφάνταστα που οι φίλοι μου φεύγουν με αυτόν τον τρόπο. Όσο μεγαλώνω, όταν ακούω κάποιον να μου λέει ότι «τη βρίσκει» με διάφορα, σκέφτομαι τον μεγαλύτερό μου γιο, που είναι ποδηλάτης και που έρχεται καμιά φορά να με επισκεφθεί κάνοντας 55 μίλια δρόμο κόντρα σε έναν πολύ δυνατό άνεμο 42 μιλίων την ώρα. Προσπαθώ λοιπόν να φανταστώ τι νιώθει στην πορεία. Σκέφτομαι ότι τα πόδια του θα πονάνε σαν τρελά, το κεφάλι του θα πάει να σπάσει, θα είναι λουσμένος στον ιδρώτα και το αίμα του θα τρέχει σε όλο του το σώμα: ­ υπάρχει κανένα ναρκωτικό που σε κάνει να νιώθεις έτσι;» (γέλια).
Εκεί όπου ανεβαίνει με το ποδήλατο ο πρωτότοκος γιος του, Στέφανος, είναι το Οξιντένταλ, ένα ορεινό χωριό έξω από το Σαν Φρανσίσκο, όπου ζει εδώ και πολλά χρόνια ο Γκραβενίτης. Παντρεμένος ξανά και αφοσιωμένος στην οικογενειακή ζωή και στην ανατροφή του 14χρονου δεύτερου γιου του, Τιμόθεου. Έχοντας χάσει και τον τελευταίο των επιστήθιων φίλων του, τον αξέχαστο Τζον Τσιπολίνα, ζει εκεί ήρεμα, κάνοντας παρέα με τον γείτονά του και ντράμερ των Pearl Jam, τον Τζακ Αϊρονς (που είναι παντρεμένος με μια Ελληνίδα, τη Δανάη), παίζοντας τα Σαββατοκύριακα με το γκρουπ του, γράφοντας την ιστορία όπως την έζησε και εισπράττοντας από το ταχυδρομείο! Και, πάνω απ’ όλα, όντας οικογενειάρχης!
«Είναι εύκολο να βάλεις ένα φανταχτερό καπέλο, να βάψεις το πρόσωπό σου και να ξεπροβάλεις με την κιθάρα σου μέσα από ένα σύννεφο καπνού λέγοντας: Να ‘μαι! Εκείνο που είναι δύσκολο είναι να δουλεύεις για την οικογένειά σου, να μεγαλώσεις παιδιά, να ζεις μια καλή, σταθερή ζωή, να είσαι υπεύθυνος. Αυτό είναι το δύσκολο! Το πάρτι είναι εύκολο. Χρειάζεται μόνο ένα μπουκάλι ουίσκι!» (γέλια).

­ Και πού χωράει το μπλουζ μέσα σε όλα αυτά;
«Η σχέση μου με το μπλουζ είναι ότι το ζω. Το μπλουζ είναι ό,τι αποφασίζει ο μπλούζμαν! (γελάει) Δεν είμαι μαύρος, έχω παιδεία, έχω ελληνικό αίμα, δική μου οικογένεια. Αν έχω να πω κάποια αλήθεια, είναι κάτι που βγαίνει από όλα αυτά και όχι από την εμπειρία να μαζεύεις μπαμπάκι στον Μισισιπή. Ζω τη δική μου ζωή του μπλούζμαν και κάνω ό,τι κάνω για τον εαυτό μου, όχι για να ευχαριστήσω κανέναν άλλον».(από το ΒΗΜΑ της 19ης Ιανουαρίου 1997)

«Τα μπλουζ της μαμάς μου ήταν τα μοιρολόγια»

Του Γιώργου Χριστοδουλόπουλου

Νικόλαος – Γεώργιος Γκραβενίτης. Νικ «the Greek» Γκραβενάιτες ή απλώς Gravy για τους ανά τον κόσμο φίλους του μπλουζ. Ο λευκός μουσικός, που σε μια φορτωμένη ρατσιστικές αντιλήψεις Αμερική έφερε το μπλουζ από τα μαύρες γειτονιές του Σικάγο της δεκαετίας του ’50 στην -ποτισμένη με την ψυχεδέλεια της δεκαετίας του ’60- Καλιφόρνια.

«Το σημερινό μπλουζ έχει απλώς τη γεύση και κάνει μόνο για να πουλάς πέπσι κόλα. Το αληθινό σε δονεί συναισθηματικά», μας λέει ο Νικ «the Greek» Γκραβενάιτες...

«Το σημερινό μπλουζ έχει απλώς τη γεύση και κάνει μόνο για να πουλάς πέπσι κόλα. Το αληθινό σε δονεί συναισθηματικά», μας λέει ο Νικ «the Greek» Γκραβενάιτες… Έλληνας, γεννημένος στο Σικάγο από γονείς μετανάστες από το Παλιοχώρι της Αρκαδίας. «Born in Chicago» είναι η κλασική του σύνθεση, που το 2003 τον εισήγαγε στο Blues Hall of Fame.
Στην Ελλάδα πρωτοήρθε το 1989 για μια συναυλία με τον Τζον Τσιπολίνα, έναν σπουδαίο και πρόωρα χαμένο κιθαρίστα, συνοδοιπόρο του ήδη από τους ψυχεδελικούς Quicksilver Messenger Service της δεκαετίας του ’60. Από τότε επισκέπτεται τακτικά την πατρίδα των γονιών του. Έχει αποκτήσει μάλιστα και τη δική του, ελληνική μπάντα, το σχήμα του μπλουζ κιθαρίστα Νίκου Ντουνούση, τους Nick and the Backbone, που τον συνοδεύουν στις εδώ συναυλίες του.
«Είναι ωραίο να έρχεσαι στην Ελλάδα και να σε περιμένει η μπάντα σου», λέει από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής, στο σπίτι του στην Καλιφόρνια, ο Γκραβενίτης. Πρόσφατα, ο 73χρονος σήμερα μπλούζμαν ενεργοποίησε και πάλι τους Electric Flag, το μπλουζ ροκ συγκρότημα των ’70s που περιλάμβανε μορφές όπως ο Μπάντι Μάιλς και ο Μάικ Μπλούμφιλντ.
Συμμετέχει ακόμη και στους Chicago Blues Reunion, μια all star μπάντα μαζί με τους Μπάρι Γκόλντμπεργκ, Τσάρλι Μάσελγουαϊτ και Χάρβεϊ Μαντέλ: την αφρόκρεμα των μουσικών που έκαναν δημοφιλή τη λαϊκή μουσική των μαύρων στο λευκό κοινό. Ο Γκραβενίτης είχε ήδη δείξει τον δρόμο από τα ’50s βγάζοντας από το γκέτο του Σικάγο κάποιους άγνωστους τότε μαύρους λαϊκούς μουσικούς: τον Μάντι Γουότερς, τον Χάουλιν Γουλφ, τον Οτις Ρας
«Δεν έχει σημασία το χρώμα του δέρματός σου, αλλά το πώς νιώθεις και πώς μπορείς να εκφράσεις το αίσθημά σου στη μουσική», λέει. «Με την Τζάνις Τζόπλιν μάθαμε τα μπλουζ φοιτητές, εγώ στο Σικάγο, εκείνη στο Οστιν του Τέξας. Βρεθήκαμε στο Σαν Φρανσίσκο ακολουθώντας τους μπίτνικς και τον Τζακ Κέρουακ. Είμαστε απένταροι, παίζαμε σε μικρά καφέ για 10 δολάρια, κάναμε δίσκους μαζί. Προερχόμαστε κι οι δύο από την ίδια φλέβα».
Την επομένη του θανάτου της η Τζάνις θα έμπαινε στο στούντιο να τραγουδήσει τη σύνθεση του Γκραβενίτη «Buried alive with the blues». Η ορχηστρική εκτέλεση του κομματιού υπάρχει στο «Pearl», μετά θάνατον δίσκο της Τζάνις.
«Ήμουν τυχερός που γνώρισα τον Μάντι Γουότερς», λέει ο Γκραβενίτης. «Ήταν ο πρώτος. Ολοκληρωμένος άντρας, ευφυής, ευγενής, ταλαντούχος, ξεχείλιζε αυτοπεποίθηση. Ανοιχτόμυαλος, πολύ περισσότερο απ’ αυτό που οι άνθρωποι καταλαβαίνουν.
Θυμάμαι τον Αλαν Λόμαξ που, όταν πρωτοηχογράφησε τον Μάντι σε μια φυτεία, τον ρώτησε ποιος -ανάμεσα στον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Σον Χάουζ– τον επηρέασε περισσότερο. «Περίπου το ίδιο», απάντησε εκείνος. Ήξερε πως στο μπλουζ όλοι είναι σημαντικοί. Όχι απλώς οι «επώνυμοι», αλλά ο καθένας που έρχεται στο κλαμπ ν’ ακούσει και να πιει. Πως το μπλουζ είναι το σύνολο αυτής της κατάστασης. Και είχε δίκιο».



Τι οδήγησε στα μπλουζ ένα παιδί Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική;
«Ίσως ένας συγκεκριμένος σπόρος στο αίμα. Τσιγγάνικος, μάλλον. Ένας ψυχισμός που σε οδηγεί να παίξεις μπλουζ, ρεμπέτικο, μια μουσική που δεν απαιτεί εκπαίδευση, αλλά καρδιά. Πολλοί, ακόμη και σήμερα, αναρωτιούνται πώς παίζω κιθάρα χωρίς να μπορώ να διαβάζω νότες. Γεννήθηκα φαίνεται για την περιπέτεια. Ήμουν 11 ετών όταν πέθανε ο πατέρας μου. Από τότε και για δέκα χρόνια θυμάμαι στο σπίτι τη μητέρα μου να τραγουδάει μοιρολόγια. Μεγάλωσα μ’ αυτά. Οι Έλληνες έχουν συναισθήματα που σίγουρα μπορούν να τα εκφράσουν στη μουσική. Το ίδιο και οι μαύροι στην Αμερική».

Ποια η γνώμη σου για τη σύγχρονη μπλουζ παραγωγή;
«Η περισσότερη δεν είναι στ’ αλήθεια μπλουζ, έχει απλώς τη γεύση. Το αληθινό μπλουζ σε πιάνει και σε δονεί συναισθηματικά. Με τη μουσική που έχει μπλουζ γεύση, πουλάς πέπσι κόλα. Το μπλουζ δεν έχει σχέση με την αστραφτερή, εξεζητημένη μουσική του εμπορίου. Έχει διαφορετικούς κανόνες, διαφορετικό λόγο ύπαρξης. Για να εκφραστείς, πρέπει να είσαι ελεύθερος, να μην είσαι καταπιεσμένος από την εκπαίδευση. Να κάνεις ό,τι μπορείς για να βγάζεις την ψυχή σου στο όργανό σου: να παίζεις σλάιντ, να δημιουργείς τα δικά σου κουρδίσματα. Ο Τζον Λι Χούκερ σπανίως έπαιζε πάνω από ένα ακόρντο». (Από την Ελευθεροτυπία, της Παρασκευής, 26ης Φεβρουαρίου 2010)

Ο Νικ Γκραβενίτης εμφανίστηκε για άλλη μια φορά πέρυσι στην Αθήνα, την Παρασκευή 26 και Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2010 στο «Κύτταρο» (Ηπείρου 48 & Αχαρνών). Μαζί του οι Nick & the Backbone, Angela Brown και Blues Wire (ώρα 22Η00, τιμή 20 €).

«…. I started to be bad trouble to my family at thirteen years of age. I was working in the family business from the age of eleven, but I wanted out of the restrictive culture I was born into, and I started hanging out with the local kids.
The locals were lower middle class and lower class white kids of the immediate neighborhood. These kids had no money and little education, and their houses were dilapidated, few of which had hot water or showers. In the winter, they went down to the local gas station for their daily ration of fuel oil for the heaters. Ready cash was available to them through the Chicago growth industry of crime.
Every chance I’d get, I’d be hanging out with the gang on the street corners trying to be one of the boys. I’d get involved in muggings, I stole from my family and my relatives and friends, we’d steal from the warehouse docks and spend the money on beer and sodas. We looked up to the older criminals, the armed robbers and burglars, and we looked forward to the day when we would get our first pistol, and rob banks like they did. With my father passed away, it was up to my mother to discipline me, and with her working all the time, she rarely knew where I was or what I was doing.
I started smoking cigarettes at age thirteen and my mother kicked my ass to no avail. I got a tattoo of my name on my right arm at the local playground, and my mother kicked my ass to no effect. I’d be lying on the ground while my mother put the boots to me and I would look up at her and ask her if she was through and if she was hurting her foot. Pain and suffering for my mother, but I didn’t feel a thing. I was starting to grow large and brutish and impossible to live with, and my mother felt she had no choice but to get me out of the neighborhood as soon as possible, and she enrolled me in the «West Point of the West,» Saint John’s Military Academy at Delafield, Wisconsin.
I was thirteen years old when I arrived at St. John’s in 1951, full of pimples, 5 ft. 6 – 1/2 inches tall and weighing 196 lbs. After three months of indoctrination, discipline, marching drill, church, scholastics, sports and hazing, I had grown three inches and lost thirty pounds. My ability to go home on leave was predicated by my scholastic average so I started to read and work on my grades.
I was still the sullen troublemaker, but I was being contained by the system and, to my mother’s great joy, away from south 35th St. I wrestled on the mats and played football on the gridiron, I used the library and started to write poetry. I spent the summers in Chicago up to my old tricks, hanging with the gang, drinking stolen whiskey and beer, dropping reds, whites and yellows, smoking reefers, driving around at night listening to the radio, but my mother found me summer jobs through her relatives which kept me away from any serious trouble. I was seventeen years old when a member of the gang was shot to death while trying to stick-up a tavern. His experience didn’t change me. I understood nothing. What dominated my life was this feeling, this bloody rage, this murderous force bubbling beneath the surface of my skin, waiting to manifest itself in a torrent of blood and death.
I hated so much, but why? And where was love? Of course, the love was hidden in the hate. I didn’t know where I was going or what I was doing, the only reality I could count on every day was feeling. Nothing came easy to me. It took baseball bats to the head before I would learn a lesson. I took many an ugly turn. I had often wondered why my life was so difficult, so mean and ugly, and I finally realized that without this violent bent, this love of risk and crime, I would never have made it to the blues clubs of Chicago.
I spent three and a half years at St John’s Academy, and, with only a few months left before graduation, I was expelled for fighting. I hit some guy in the head, and his head hit the wall, and I was persona non grata. I arrived back in Chicago and enrolled at Central Day Y.M.C.A. high school in the loop area in an attempt to get my high school diploma. It was at Central Day that I met the teacher that would radically change my life.
She was a vivacious red-head that taught English and was impressed with my creative writing skills. She lived with her husband in Hyde Park, the neighborhood that included the University of Chicago, and she took it into her head that I deserved the opportunity to enter the university. She invited me to her home for dinner where she played for me the first records of classical organ music that I ever heard. On subsequent visits, she and her husband took me to avant garde movies and all the while talked to me about applying to the university. She showed me the way to do it. I took the entrance exam at the University of Illinois, and scored high enough so that I qualified for my high school diploma. She had friends at the University of Chicago admissions office that smoothed the way for me to take their entrance exam, and to my great surprise, I passed with flying colors and was accepted even with my bad disciplinary record….»

Το πελοποννησιακό του DNA τον έσωσε από τα drugs

Της Χρυσούλας Παπαϊωάννου
Το πρώτο πράγμα που λέει ο θρυλικός, 70χρονος σήμερα, Ελληνοαμερικανός Νικ Γκραβενίτης απ’ την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής είναι ότι δεν έχει αποφασίσει τι θα παίξει στις συναυλίες του στην χώρα μας (σήμερα στον «Μύλο» της Θεσσαλονίκης, αύριο στο «Κύτταρο» και μεθαύριο στο κλάμπ «Πολιτεία» στην Πάτρα). Θα αυτοσχεδιάσει μόλις πατήσει το πόδι του στη σκηνή.
Μικρό το κακό αν σκεφτεί κανείς ότι έχει ένα τεράστιο ρεπερτόριο στα χέρια του. Περισσότερο θέλει να κουβεντιάσει για την εποχή των ’60ς και ’70ς, τότε που αυτός και μια ντουζίνα μυθικών προσώπων, όπως οι Τζον Τσιπολίνα, Μάντι Γουότερς, Πολ Μπάτερφιλντ, Μάικλ Μπλούμφιλντ, Μπομπ Ντίλαν, Τζάνις Τζόπλιν, ανατίναζαν για τα καλά, ο καθένας με τον τρόπο του, το μουσικό καθεστώς της εποχής.
Μπορεί να πειραματίστηκε με το ποπ, το ροκ, το πανκ, την ψυχεδελική σκηνή, ακόμα και τη ντίσκο, αλλά ως μπλούζμαν ξεκίνησε από το Σικάγο -όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε- παρέα με τους Μπλούμφιλντ και Μπάτερφιλντ. Είναι από τους πρώτους λευκούς που μπήκαν σε χωράφια που κινούνταν αποκλειστικά μαύροι μουσικοί. «Λένε ότι οι λευκοί δεν παίζουν μπλουζ. Μα δεν υπήρχαν λευκοί για να παίξουν», λέει ο Νικ Γκραβενίτης.
Οι «πατέρες» των μπλούζ, ωστόσο, τους είδαν με καλό μάτι. «Οι μαύροι των μπλουζ του Σικάγο ήταν κυρίως άνθρωποι της επαρχίας, από το Μισισίπι και τη Λουιζιάνα, χωρίς πολλές ευκαιρίες στη ζωή τους. Έμαθαν αυτή τη μουσική ως μέρος της κουλτούρας τους. Είχαν μια ευγένεια. Αποκαλούσαν μια γυναίκα «κυρία», έναν άντρα «κύριε», σηκώνονταν για να προσφέρουν την καρέκλα τους. Αυτή η ευγένεια διατρέχει τον Νότο, τους φτωχούς και τους πλούσιους, τους μαύρους και τους λευκούς. Έτσι φέρονταν και σε εμάς. Μαύροι από τις φυτείες του Μισισίπι έμπαιναν σε ένα μπαρ που ήταν γεμάτο λευκούς. Δεν τους είχαν συναναστραφεί και το αντίστροφο. Είχαν την ίδια περιέργεια για μένα όπως και εγώ γι’ αυτούς», διηγείται.
Πόλεμο του έκανε μάλλον το… σπίτι του. Οι Έλληνες γονείς του (από το Παλαιοχώρι) φρόντισαν να τον μεγαλώσουν με τις παραδοσιακές αξίες. Τον έγραψαν σε ελληνικό δημοτικό σχολείο, πήγαιναν στην εκκλησία, έκαναν οικογενειακά τραπεζώματα, δεν έχαναν γιορτές. Όταν ο δεκαοχτάχρονος Γκραβενίτης μάζεψε τα μπογαλάκια του για να μείνει μόνος του και να σπουδάσει λογοτεχνία στο Σικάγο (ένας από τους καθηγητές του μάλιστα ήταν ο Φίλιπ Ροθ, μας πληροφορεί με καμάρι), η μητέρα του έκανε ό,τι ήταν δυνατόν για να μην φύγει από το σπίτι. «Ξέρετε πώς είναι οι Ελληνίδες μητέρες. Πολύ δραματικές. Μου έκλεισε την πόρτα», θυμάται και γελάει.
Η δεκαετία που ακολούθησε ήταν «σκέτη τρέλα». «Έπινα πολύ αλκοόλ, πήρα πολλά ναρκωτικά, έκανα οτοστόπ με την κιθάρα στον ώμο, κοιμόμουν από δω και από κει σε φίλους. Τότε δεν έβγαλα ούτε μια δεκάρα από τη μουσική. Ήταν μια τελείως μπίτνικ φάση», διηγείται. Όταν μάλιστα διάβασε το «On the road» του Τζακ Κέρουακ, πήγε στο Σαν Φρανσίσκο να τον βρει. Αυτός όμως είχε ήδη πάει στο Μαρόκο.
Η εικόνα που φτιάχνουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι για τους μποέμ και ροκ μύθους ταιριάζει απόλυτα με χολιγουντιανό σενάριο, υπαγορευμένο από το τρίπτυχο «sex, drugs, rock ‘n’ roll» και με μπόλικες αυτοκτονίες. Ο Γκραβενίτης το επιβεβαιώνει. Όχι μόνο υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των ’60ς, αλλά και από τους ελάχιστους πρωταγωνιστές που επέζησαν για να τα διηγηθούν. Ισχυρό ένστικτο επιβίωσης ή… καθαρή τύχη; «Ισως και το καλό DNA των βουνών της Πελοποννήσου», είναι η αυθόρμητη απάντησή του. Και συνεχίζει: «Δεν ήξερα ποιος ήμουν, τι ήθελα να κάνω. Ήξερα όμως τι δεν ήθελα. Δεν θα ήμουν αυτός που θα τον έβρισκαν πεθαμένο από ηρωίνη, ούτε θα γινόμουν αλκοολικός να φέρομαι άσχημα».Το πάθος του, μετά από τόσα χρόνια, παραμένουν τα μπλουζ. «Οι αστέρες της ποπ, είναι διαμάντια που δεν λάμπουν για πάντα. Στηρίζουν την καριέρα σε πολλά πράγματα, ενώ οι μπλούζμεν είναι και καλοί μουσικοί. Τα μπλουζ είναι αιώνια γιατί έχουν συναίσθημα. Πρέπει να βρίσκεις τρόπο να γερνάς και να γίνεσαι σοφός, συμπονετικός με τους άλλους και κυρίως με τον εαυτό σου. Ο Καζαντζάκης θα είχε πολλά να πει γι’ αυτό», προσθέτει. Οι αναφορές του στην Ελλάδα είναι πολύ συχνές. Δεν χάνει ευκαιρία να έρθει μια βόλτα. Τις προάλλες, διηγείται, έκανε με τον μικρό του γιο μια φιλοσοφική συζήτηση και κάποια στιγμή του είπε: «Αυτή είναι η ελληνική σου πλευρά. Οι Έλληνες είναι φιλόσοφοι. Συνήθισέ το». (από την Ελευθεροτυπία, της 8ης Φεβρουαρίου 2008)

πηγές:

– Νικ Γκραβενίτης: «Μπλουζ είναι ό,τι αποφασίζει ο μπλούζμαν!»
– «Τα μπλουζ της μαμάς μου ήταν τα μοιρολόγια»
– Nick Gravenites
– Nick Gravenites a singer, songwriter, guitarist, and producer in one person
– Nick Gravenites
– Bad Talkin’ BluesMan by Nick Gravenites
– Nick Gravenites,From Wikipedia
– Welcome To Nick’s Official Website
– Το πελοποννησιακό του DNA τον έσωσε από τα drugs
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

8 Responses to «Μπλουζ είναι ό,τι αποφασίζει ο μπλούζμαν!»

  1. Λατρεύω την τζαζ, αλλά δεν ξέρω πολλά ονόματα/καλλιτέχνες. Κι όμως τούτος, που τον έμαθα από σένα, είναι εξαιρετικός.

  2. Ο/Η ζαχαρη λέει:

    ευχαριστω που με εφερες πισω (μπροστα) …εχουμε χαθει και απο τον εαυτο μας…καλο Σ/Κ

  3. Ο/Η L'Enfant de la Haute Mer λέει:

    δείμο του πολίτη,

    πρόκειται για εξαιρετικό λευκό μπλουζίστα και εξαιρετικό κύριο!!

  4. Ο/Η L'Enfant de la Haute Mer λέει:

    ζαχαρη-ζαχαρίτσα,

    είναι κάτι που από καιρό ήθελα να μοιραστώ, και προχτές Πέμπτη το συζητούσα εκτενώς με κάποιο φίλο, ο οποίος μου έστειλε και την συνέντευξή του στο ΒΗΜΑ. Κι έτσι ‘φιλοτιμήθηκα’ να το στήσω!
    Καλημερούδια και καλό Σ/Κ!!

  5. Ο/Η katabran λέει:

    μάλιστα…
    πολύ ενδιαφέρον!
    και… πλούσιο ρεπορτάζ!
    φχαριστούμε :)

  6. Ο/Η L'Enfant de la Haute Mer λέει:

    katabran,

    καλημερούδια, καλό Σ/Κ Αννού!

  7. Ο/Η dimosioshoros λέει:

    Μπράβο μπλόγκμαν αποφάσισες πολύ καλά και τούτη τη φορά. Θα βάλω και το Γραβενίτη στο αρχείο των πολεογραφικών μου τραγουδιών. Και μάλιστα με Σικάγο.

  8. Ο/Η L'Enfant de la Haute Mer λέει:

    dimosioshoros,

    Μπλογκγούμαν, παρακαλώ!

    Εδώ και λίγες μέρες δουλεύω ένα παρόμοιο πάαρα πολύ καλό, ελπίζω να το δεις όταν ανεβεί.
    καλημέρα σας πρωινέ Γιάννη!

Μήπως θέλετε να γράψετε κάτι στο βιβλίο επισκεπτών; (Κεφαλαία, είτε Ελληνικά είτε Greeklish δεν θα δημοσιεύονται)

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: