Η ουτοπία του τραίνου και η μουσική της (μικρό δοκίμιο)

20 Αυγούστου, 2010

.

©Μετάφραση, μοντάζ, φωτισμοί, σκηνικά και κοστούμια — Translation, editing, lighting, scenery and costumes — Traduction, édition, éclairage, décors et costumes: L’Enfant de la Haute Mer

© οι μεταφράσεις μας ΔΕΝ αναδημοσιεύονται, παρά ΜΟΝΟΝ έπειτα από προηγούμενη συνεννόηση

φωτογραφία από το αρχείο Frédéric Boissonnas (1858-1946) [Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Ή ο HectorBerliozσε νέες περιπέτειες . . .
Κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, μια χούφτα διανοούμενοι, μηχανικοί και ενθουσιώδεις επιχειρηματίες (μεταξύ των οποίων και οπαδοί του Saint-Simon) προσπαθούν να προωθήσουν μερικές γενναιόδωρες ιδέες: να πλησιάσουν και να αναμείξουν μεταξύ τους λαούς και πολιτισμούς, να επιβάλουν τη «παγκόσμια ειρήνη», να επιδιώξουν την ευτυχία χάρη στην εκβιομηχάνιση και… να ξεριζώσουν την πείνα από τον κόσμο.
Για να φτάσουν σ’αυτούς τους φιλόδοξους στόχους, θέλησαν ν’αναπτύξουν μεγάλα «δίκτυα»  -έννοια αρκετά ασαφής εκείνη την εποχή-  που οριζόταν ως μια διαπλοκή νημάτων ή γραμμών. Η ειρήνευση του κόσμου θα περνούσε από τη δημιουργία των σιδηροδρόμων. Τότε δεν υπήρχαν σιδηρόδρομοι στην Ευρώπη, ειμή μόνον σε πολύ εμβρυϊκή μορφή, πρόκειται λοιπόν για ένα απολύτως νέο όραμα.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, κάθε άνοιγμα σιδηροδρομικής γραμμής, όπως και τα εγκαίνια σιδηροδρομικού σταθμού σε μια πόλη θα σημάνουν μια ρωγμή ανάμεσα στη ζωή πριν και στη ζωή μετά. Πάνω απ’όλα, η άφιξη του σιδηροδρόμου θα υποχρεώσει την κοινωνία να αναθεωρήσει πλήρως την σχέση της με τις αποστάσεις και το χρόνο. Πρόκειται για μια γνήσια επανάσταση, μια νίκη επί της φύσης, και αποτελεί οπωσδήποτε την ευκαιρία για μια μεγάλη γιορτή…
Το 1846 μάλιστα, ο δήμος της Lille πραγματικά μεγαλοπιάνεται: παραγγέλλει στον συνθέτη Hector Berlioz (1803-1869), (ούτε κουβέντα για παρακάτω), μία «καντάτα» για τα εγκαίνια της γραμμής Παρίσι-Lille… Η σύνθεση «Του τραγουδιού των σιδηροδρόμων» θα πραγματοποιηθεί με την διαδικασία του κατεπείγοντος, σε μερικές ώρες μονάχα. Το λιμπρέτο ανατέθηκε στο φίλο του και συνάδελφό του στην «Journal des débats», τον Jules Janin (1804-1874), συγγραφέα και θεατρικό κριτικό. « .. Είμαι πολύ απασχολημένος με τη σύνθεση ‘της καταδίκης του Faust’», γράφει ο Berlioz, «εντούτοις μόλις αναγκάστηκα να διακόψω για μια καντάτα που θα διευθύνω στη Lille με την ευκαιρία των εγκαινίων του σιδηροδρόμου του Βορρά …» [2]
Το έργο υπήρξε μάλλον μέτριο: τόσο η (βαρύγδουπη) μουσική όσο και το (αλληγορικό) λιμπρέτο. Ωστόσο, αυτός ο ενθουσιασμός και αυτή η έμφαση είναι χαρακτηριστικά της θέλησης με την οποία προσπαθούσαν τότε, να κάνουν τον κόσμο να δεχτεί την βιομηχανική επανάσταση, έναν κόσμο που τα’βλεπε όλα αυτά με μεγάλη δυσπιστία.
Αυτό που ακούτε καθώς διαβάζετε, είναι αυτή η καντάτα του Berlioz:
Αυτό το έργο δεν ξαναπαίχτηκε σχεδόν ποτέ, ερμηνεύτηκε όμως δημόσια το 1966, κατά τη διάρκεια μιας διάσκεψης που διοργανώθηκε από τη Διεθνή Ένωση των Γαλλικών Σιδηροδρόμων (Association Internationale du Congrès des Chemins de Fer – AICCF). Η Εθνική Εταιρεία Σιδηροδρόμων (Société Nationale des Chemins de fer Français-SNCF) είχε ζητήσει τότε από τον Robert Blot, που διηύθυνε τη συμφωνική ορχήστρα των σιδηροδρομικών υπαλλήλων, συνοδευόμενος από τη χορωδία του Παρεκκλησίου, να ξαναζωντανέψει αυτό το τραγούδι που συνέθεσε ο Berlioz 120 χρόνια πριν, για την γιορτή της άφιξης του σιδηροδρόμου στη Lille (ακούτε την εκτέλεση του 1966).
Το πιο αστείο είναι το μικρό σημείωμα που συνοδεύει αυτήν την νέα εκτέλεση, και το οποίο δεν υστερεί καθόλου σε ύφος  αν το συγκρίνουμε με εκείνο των αρχικών στίχων του Jules Janin: «Οι βαθιές αλλαγές που κατάφερε ο Berlioz να μετουσιώσει σε μουσική», γράφει ο ανώνυμος συντάκτης του σημειώματος του 1966, «και που ο Jules Janin είχε προαναγγείλει στα κουπλέ του, πραγματοποιηθηκαν και με το παραπάνω: ο σιδηρόδρομος έχει ανατρέψει τις σχέσεις του χώρου και του χρόνου που, από τα βάθη των αιώνων ως την εμφάνιση της ατμομηχανής, είχαν μείνει περίπου απαράλλαχτες. Η υπερ-εκατονταετής μνήμη αυτής της καντάτας,  αναβίωσε ακριβώς πάνω στην ώρα που η Πατρίδα του μεγάλου συνθέτη υποδέχεται τους αντιπροσώπους εκείνων που, σ’ολόκληρο τον κόσμο, έχουν συμβάλει στην αναδιαμόρφωση, με νέο στυλ της παντοδύναμης μορφής των σύγχρονων Σιδηροδρόμων».
.
Ιδού λοιπόν οι (‘καραφλιαστικοί’) στίχοι του Jules Janin:

[Enlarge-agrandir-μεγαλώστε]

Είναι η μεγάλη μέρα, η μέρα της γιορτής,
Η μέρα του θριάμβου και των δαφνών.
Για σας εργάτες,
Το στεφάνι είναι έτοιμο.
Στρατιώτες της ειρήνης,
Είναι η νίκη σας .
Είναι δική σας η δόξα
Των τόσων ευεργετημάτων.

Οι καμπάνες ηχούν από το ξημέρωμα,
και το κανόνι απαντά στις επάλξεις.
Κάτω από την τρίχρωμη ταινία (στμ. ενν. τα γαλλικά χρώματα)
Ο λαός προστρέχει από παντού.

Πόσα βουνά εξαφανίστηκαν !
Πόσα ποτάμια γεφυρώθηκαν !
Ανθρώπινη δουλειά, ιδρώτας γονιμοποιός !
Τι θαύματα και τι μόχθος !

Οι ηλικιωμένοι, μπροστά σ’αυτό το θέαμα,
χαμογελώντας θα κατεβούν στον τάφο,
Αφού αυτό το θαύμα
Θα κάνει για τα παιδιά τους το μέλλον πιο μεγάλο, πιο όμορφο.

Θαύματα της βιομηχανίας
Εμείς οι μάρτυρες, πρέπει να τραγουδήσουμε
Η ειρήνη! Ο βασιλιάς! Ο εργάτης! Η πατρίδα !
Και το εμπόριο και τα καλά του!
Μέσα στις όμορφες εξοχές

Πιο ευτυχείς οι λαοί από τη φιλία
σηκώνουν τις φωνές τους μ’επισημότητα
ως τον Θεό που κρύβεται στους ουρανούς!

Ο Berlioz, σ’ένα μακροσκελές γράμμα που αξίζει να του ρίξουμε μια ματιά, με ύφος πολύ εμφατικό και αυτάρεσκο, περιγράφει λεπτομερώς την εμπειρία του στη Lille. Ιδού ένα εύγλωττο απόσπασμα :
«… Είχαν μόλις αποπερατώσει τον σιδηρόδρομο του Βορρά, του τόσο διάσημου από τα μικρά ατυχήματα που είχε την αδυναμία να δημιουργεί. Ο Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος επρόκειτο να τον ευλογήσει επισήμως, επρόκειτο επίσης να δειπνήσουμε και να πιούμε γενναία. Σκέφτηκαν ότι και λίγη μουσική δεν θα έκανε κακό, το αντίθετο μάλιστα, πολλοί άνθρωποι έχουν ανάγκη αυτού του συμπληρώματος, για να διευκολύνει την πέψη τους, κι έτσι τους κατέβηκε η ιδέα να απευθυνθούν σε μένα ως άριστο χωνευτικό.
Μη γελάτε, έτσι και έγινε…. Χρειαζόταν μια καντάτα για να εκτελεσθεί, όχι μετά το δείπνο, αλλά πριν το άνοιγμα του χορού. Ο κ. Dubois, στον οποίο ο δήμος της Lille είχε αναθέσει τις μουσικές λεπτομέρειες της τελετής, ήρθε βιαστικά στο Παρίσι και με τις καθυστερημένες, προκατακλυσμιαίες και απίστευτες ιδέες, που έφερε από την επαρχία του, φαντάστηκε ότι, εφόσον χρειάζονταν λόγια και μουσική σε αυτή την καντάτα, καλά θα έκανε ν’απευθυνθεί σ’έναν άνθρωπο των γραμμάτων και σ’έναν μουσικό. Κατά συνέπεια, ζήτησε στίχους από τον Jules Janin και μουσική από μένα. Με προειδοποίησε όμως ότι χρειαζόταν την παρτιτούρα μου για τη μεθεπομένη.
Είχα μόλις διαβάσει τους στίχους του Jules Janin. Τους είχε σκαρώσει με κάποιο τρόπο, που δεν πρόκειται ν’ασχοληθώ να χαρακτηρίσω, και προσκαλούσαν τη μουσική, όπως το ώριμο φρούτο προσκαλεί το πουλί (τη στιγμή που άλλοι επαγγελματίες ποιητές κάνουν ό,τι μπορούν για να διώξουν τη μουσική  παράγοντας ημί-στιχους. Έγραψα τα μέρη του τραγουδιού της καντάτας σε τρεις ώρες, και η επόμενη νύχτα χρησιμοποιήθηκε για την ενορχήστρωση. Για έναν άνθρωπο που δεν είναι επαγγελματίας βιαστής των μουσών, δεν έκανα και πολύ κακή δουλειά.
Θα μου πείτε, ο χρόνος δεν είναι το παν, αντίθετα (λέω εγώ), χρειάζεται χρόνος. Επιμένω, ότι εκτός σπανίων εξαιρέσεων, ο χρόνος δεν ομορφαίνει τίποτα που κάνουμε χωρίς αυτόν. Αυτή η παροιμία, που ποτέ δεν έχετε ακούσει, ούτε καν διαβάσει, αφού μόλις την μετέφρασα από τα περσικά, είναι μια μεγάλη αλήθεια. Ήθελα μονάχα να σας αποδείξω, ότι κι εγώ ακόμη θα μπορούσα να αυτοσχεδιάσω με γενναιότητα μια παρτιτούρα, εάν ήθελα το έργο μου να έχει μια παροδική διασημότητα τεσσάρων ή πέντε μόνον χιλιάδων ετών. Εάν είχα να βάλω τρεις ολόκληρες μέρες σ’αυτή τη δουλειά, η παρτιτούρα μου θα ζούσε άλλους σαράντα αιώνες, δεν το παραγνωρίζω. Αλλά μέσα σε τόσο πιεστικές και απρόβλεπτες περιστάσεις, όπως αυτές των εγκαινίων ενός σιδηροδρόμου, ένας καλλιτέχνης δεν πρέπει να υπολογίζει σαράντα αιώνες περισσότερο ή σαράντα αιώνες λιγότερο. Η πατρίδα έχει δικαίωμα να απαιτεί από καθένα από τα παιδιά της μια απόλυτη αφοσίωση. Είπα λοιπόν στον εαυτό μου : «Άιντε, παιδί της Πατρίδας ! …» (στμ. “Allons, enfant de la patrie !… » ). Και θυσιάστηκα. Έτσι έπρεπε.
Μόλις γράφτηκε και καθαρογράφτηκε η καντάτα, φεύγουμε για Lille. Ο σιδηρόδρομος, έκανε μια εξαίρεση υπέρ των εγκαινιαστών του, κι έτσι φθάσαμε χωρίς εκτροχιασμό μέχρι την Arras. Μόλις έφτασα στη Lille, ο κ. Dubois με φέρνει κατ’ευθείαν σε επαφή με τους τραγουδιστές, η συνεισφορά των οποίων μου ήταν απαραίτητη για την εκτέλεση της καντάτας, αλλά και με στρατιωτικές μπάντες που ήρθαν από την Valenciennes, το Douai και μερικές άλλες γειτονικές πόλεις. . Το σύνολο αυτών ομάδων διαμόρφωνε μια ορχήστρα σχεδόν εκατόν πενήντα μουσικών, οι οποίοι επρόκειτο να εκτελέσουν την καντάτα στο δημόσιο περίπατο, το βράδυ, μπροστά στους πρίγκηπες και τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές, που είχαν συγκεντρωθεί για τη γιορτή, το δικό μου κομμάτι της αποθέωσης. Την καντάτα μου την έμαθε γρήγορα και μια χορωδία νέων και παιδιών…..»

.
[στμ.: Για να μην τα πολυλογώ καλοκαιριάτικα και βαριέμαι και εγώ και εσείς, το πρόγραμμα προέβλεπε κανονιοβολισμούς θριάμβου στην αρχή της καντάτας (την οποία στο εξής ο Berlioz αποκαλεί «αποθέωση»). Και συνεχίζω, περικόπτοντας :]
.
«… Με το που νύχτωσε, η στρατιωτική μπάντα μας κάνει διάφορα ‘παληκαρίσια’ εισαγωγικά, το κομμάτι ξεδιπλώνεται μεγαλειωδώς, χωρίς το παραμικρό σφάλμα μουσικής στρατηγικής. Μα την πίστη μου! δεν θέλω να φανώ πιο γενναίος απ’όσο είμαι, και υπήρχε λόγος που η καρδιά μου χτυπούσε καθώς έφτανε η μεγάλη στιγμή. Γελάστε όσο θέλετε, αλλά κόντεψα να πέσω με τα μούτρα στο χώμα… Τα δέντρα ριγούσαν, τα νερά του καναλιού ρυτιδώθηκαν… στην όμορφη πνοή της βραδινής αύρας … Πλήρης σιγή των κανονιών !! …
Μια βαθιά ησυχία απλώθηκε ύστερα από το τελευταίο μέτρο της συμφωνίας, μεγαλειώδης, μεγαλοπρεπής ησυχία, απέραντη, που τάραξαν την επόμενη στιγμή μόνο τα χειροκροτήματα του πλήθους, που προφανώς ικανοποιήθηκε από την εκτέλεση. Και το ακροατήριο αποσύρθηκε, χωρίς να λυπηθεί για την απόλαυση που είχε γλιτώσει, ξεχνώντας και τις υποσχέσεις του προγράμματος (τους κανονιοβολισμούς).
Έτσι, μόλις τελείωσε ειρηνικά η αποθέωση, αφήνουμε στην όχθη του καναλιού και τις παρτιτούρες μας, και με ανοικτό στόμα τους αμήχανους κανονιέρηδες. Έπρεπε να τρέξω στο Δημαρχείο, όπου μια άλλη ορχήστρα και μία άλλη χορωδία με περίμενε για την εκτέλεση της καντάτας. Αυτή τη φορά οι προσδοκίες μου δεν διαψεύστηκαν σε κανένα σημείο : οι τραγουδιστές μας και οι μουσικοί μας δεν έκαναν ούτε έναν αναστεναγμό λάθος.
Οι κάτοικοι της μεγάλης πλατείας στην οποία είχα καταλύσει, θα πρέπει όσο νάναι, να είχαν κάπως ενοχληθεί ! Συνολικά, όλα πήγαν καλά, και οι στρατιωτικοί μουσικοί έκαναν ευσυνείδητα το καθήκον τους. η καντάτα τραγουδήθηκε με απαράμιλλο οίστρο και με δροσερές φωνές που δεν μπορούμε να βρούμε στο Παρίσι για τις χορωδίες μας.
Ύστερα, καθώς φλυαρούσα στο διπλανό σαλόνι με τους δούκες της Nemours και του Montpensier που με είχαν φωνάξει,  μου έκλεψαν το καπέλο μου, πρώτα, και μετά όλη τη μουσική της καντάτας, μέρος της ενορχήστρωσης και μια παρτιτούρα. Να ένα έργο που χάθηκε και που δεν έχω το κουράγιο να το ξαναγράψω ! (σ.τ.μτ. Η παρτιτούρα βρέθηκε τελικά λίγα χρόνια αργότερα). Αυτά είναι όσα μου απέφερε αυτή η μουδιασμένη γιορτή, της οποίας τελετάρχης ήταν ο κ.
James de Rothschild (1792-1886), και για την οποία είχαν έρθει να με ζητήσουν στο Παρίσι. Ωστόσο χθες ο κ. Δήμαρχος της Lille μου έστειλε εν ονόματι της πόλης του ένα πολύ όμορφο χρυσό μετάλλιο, με την επιγραφή: Εγκαίνια του σιδηροδρόμου του Βορρά, η πόλη Lille στον κ. Berlioz
Αυτά είχα να σας πω για την Lille και τη γιορτή των εγκαινίων και να ξέρετε ότι
σ’αυτή την πρωτεύουσα της επαρχίας του Βορρά υπάρχουν καλοί χορωδοί, άριστες στρατιωτικές μπάντες και ανίκανοι κανονιέρηδες, ...»
Τα παραπάνω αποσπάσματα είναι από την ιστοσελίδα τουHectorBerlioz:
.
Αυτή η σιδηροδρομική ουτοπία πήρε σάρκα και οστά τον 19ο αιώνα  και το ευρωπαϊκό σιδηροδρομικό δίκτυο, θα πάρει την πλήρη έκτασή του στην δεκαετία του 1930, χρονολογία κατά την οποία η οικονομική κρίση και τα ελλείμματα των εταιρειών αρχίζουν για να προκαλούν το κλείσιμο των λιγότερο κερδοφόρων γραμμών. Από τότε, το δίκτυο δεν έχει σταματήσει να συρρικνώνεται, εις όφελος κυρίως του αυτοκινητόδρομου. Ωστόσο ο σιδηρόδρομος ανέτρεψε τις επικοινωνίες και στήριξε την οικονομική αύξηση. Όμως οι γενναιόδωρες ιδέες των εφευρετών του θα παραμείνουν στη σφαίρα του ιδανικού…
Ο σοβιετικός 20ος αιώνας ήξερε επίσης να χρησιμοποιεί τη «βιομηχανική μουσική» για να τροφοδοτεί τη μηχανή της σοσιαλιστικής προπαγάνδας, και ειδικά για να δοξάσει έναν από τους μύθους που τότε ήταν πολύ της μόδας: την κατάκτηση της φύσης. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930, οι «εργαζόμενοι του πετρελαίου» είναι οι κατ’ εξοχή σοβιετικοί ήρωες: τους αφιερώνονται πολλοί ζωγραφικοί πίνακες, λογοτεχνικά, μουσικά ή κινηματογραφικά έργα. Το πιο εμβληματικό το έργο είναι οπωσδήποτε η «η συμφωνία του πετρελαίου», το μικρό ντοκυμανταίρ που γύρισε το 1933 ο σκηνοθέτης Boris Pupjansky [ή
Boris Pumpyanski, Neft Simfoniyası (1933)] και του οποίου τη μουσική συνέθεσε ειδικά ο Sergueï Panev. Οι σκηνές εναλλάσσονται: το πετρέλαιο που αναβλύζει και η μάχη που δίνουν οι εργάτες για «να δαμάσουν» το πετρέλαιο και να χτίσουν το φρεάτιο.Όσο πιο ψηλά αναβλύζει το πετρέλαιο, τόσο πιο δραματική ένταση έχει η μουσική. Οι κινήσεις των εργατών, και το πετρέλαιο που αναβλύζει συγχρονίζονται τέλεια με τη μουσική, συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας σκηνής, όπου οι εργάτες γιορτάζουν την μεγάλη επιτυχία τους, και χορεύουν όλοι μαζί εκστατικά γύρω από τις πετρελαϊκές υποδομές που μόλις κατασκεύασαν.
Πηγές : La musique et l’utopie du rail
Site Hector Berlioz

©Μετάφραση – Μοντάζ : L’Enfant de la Haute Mer

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]

Short Link: http://wp.me/p3lcY-Iy


Όλα παλιώνουν γρήγορα !

9 Αυγούστου, 2010

Ρετρό διαφημίσεις, προ-ιντερνετικής εποχής και προπολεμικής και αμέσως μεταπολεμικής τεχνοτροπίας, που μας δίνουν μια ιδέα για το πώς μπορεί να έμοιαζαν οι  διαφημίσεις στα περιοδικά, αν βέβαια υπήρχαν τότε οι σημερινές σελίδες κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook, το YouTube, το Skype και το Twitter.(μεγαλώστε τις)

... κουμπιά για τον έλεγχο του hardwear....

... καλοσιδερωμένα πρόσωπα, κατάλευκα δόντια ...

... ογκώδεις αλλά design συσκευές, σαν έπιπλα ...

...μάνα και παιδί μιλά με νοικοκυρά και σκύλο .. εννοείται, θα χρειαστείτε τηλεφωνήτρια για να σας συνδέσει...

Τον περασμένο μήνα, η Maximidia São Paulo, παρήγγειλε για τα σεμινάριά της με θέμα τον «νέο και ανερχόμενο κόσμο της κοινωνικής δικτύωσης» μία σειρά διαφημιστικών. Η ιδέα ήταν : «ό,τι είναι σήμερα καινούριο, αύριο θα είναι κιόλας παλιό«. Την παραγωγή ανέλαβε η διαφημιστική Moma Propaganda São Paulo, και το αποτέλεσμα ήταν τα τέσσερα χαριτωμένα και παλιομοδίτικα πόστερ που βλέπετε, και θυμίζουν την χρυσή εποχή της αμερικάνικης διαφήμισης (με κείμενα σε σπασμένα Βραζιλο-Πορτουγκέζικα αγγλικά). Είναι ό,τι θα έβλεπαν στα περιοδικά οι παππούδες μας, αν είχαν στην εποχή τους social media
.
Άντε και τα ‘credits’:
Advertising Agency: Moma, São Paulo, Brazil
Creative Director: Rodolfo Sampaio
Art Director: Marco Martins
Copywriter: Adriano Matos
Illustrator: 6B Studio
Published: July 2010

©Μετάφραση-μοντάζ: L’Enfant de la Haute Mer

.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

[ play, για ν’ακούσετε το γραμμόφωνο ]


Αρέσει σε %d bloggers: