Η Βία ποιού ? (δοκίμιο)

25 Μαρτίου, 2007

Night raids, Iraq, January-March

Πώς μιλάει η επιλογή των παραδοχών, των συμβάσεων και της σιωπής

1.- Είναι ο «βίαιος» θάνατος κάποιων το μοναδικό κριτήριο και η μεζούρα για την μελέτη της βίας, τότε ας το πούμε ανοιχτά. Μου φαίνεται όμως πως δεν φτάνει, αφού δεν μιλάμε, για παράδειγμα, για τον θάνατο από πείνα, ούτε από βασανιστήρια, ούτε για την ηθελημένη και σκοπούμενη μείωση του προσδόκιμου επιβίωσης κάποιων κοινωνικών ομάδων κλπ. Όμως μια τέτοια οπτική είναι μάλλον στείρα, ασφυκτική και σίγουρα δεν πάει πολύ μακριά. Θα ήταν σαν να προσπαθούσε κάποιος να ερμηνεύσει αυτό που γίνεται τα τελευταία χρόνια στα παλαιστινιακά εδάφη, στο Ιράκ αλλά και αλλού, με όρους-αριθμούς βίαιων θανάτων, εκτελέσεων ή αυτοκτονιών, με ηλικίες, χρώμα και φύλο των θυμάτων.

Η βία λοιπόν έχει πολλές μορφές τόσο στις κοινωνικές όσο και τις άλλες συγκρούσεις, ακόμη και στις προσωπικές ή τις ενδοοικογενειακές. Και είναι γνωστό ότι η κάθε μία από τις αντιμαχόμενες πλευρές έχει διαφορετικά μέσα στη διάθεσή της για να ασκήσει βία. Ειδικότερα, σε συγκρούσεις μεταξύ άνισων και ιεραρχημένων αντιπάλων, οι οποίες στοχεύουν ακριβώς στην επαναδιαπραγμάτευση ή και την ανατροπή της ιεραρχίας αυτής, τα μέσα άσκησης βίας είναι πολύ-πολύ διαφορετικά από τις δύο πλευρές. Στις περιπτώσεις αυτές η μία πλευρά έχει π.χ. βαρέα όπλα και η άλλη όχι, η μία πλευρά μπορεί να αποκλείσει την άλλη από τα τρόφιμα, το νερό, την μόρφωση, την λόγια γλώσσα, τις καλύτερες θέσεις εργασίας, την κοινωνική ασφάλεια και η άλλη όχι, η μία μπορεί να εκτοπίσει την άλλη ή να της απαγορεύσει την μετακίνηση στο χώρο και η άλλη όχι, η μία πλευρά μπορεί να προκαλεί τον φόβο ή τον τρόμο ελέγχοντας την άσκηση «έννομης» βίας και η άλλη όχι, κλπ.

Άρα, όταν επιλέγουμε να μελετήσουμε μία μονάχα από τις μορφές της βίας, αυτό θα πρέπει να δηλώνεται έντιμα, αυτή να ονομάζεται και όχι να μιλάμε γενικά και αόριστα περί βίας. Όμως υπάρχει κάτι άλλο, σημαντικότερο ίσως : Όταν επιλέγουμε ποια μορφή βίας μελετάμε, η επιλογή αυτή και με δεδομένη την διαφορετικότητα των μέσων και των μεθόδων σύγκρουσης μεταξύ ιεραρχημένων και με διαφορετική ισχύ αντιπάλων, αποκαλύπτει τις περισσότερες φορές το ποιού ενός εκ των δύο τη βία θέλουμε να μελετήσουμε. Γιατί βέβαια, και εφ’ όσον ισχύουν τα προειρηθέντα, κάθε μία μορφή μελετώμενης βίας παραπέμπει μονοσήμαντα σ’αυτόν που την μεταχειρίζεται. Κι έτσι, μπορούμε ακόμη ακριβέστερα από πριν, να δηλώσουμε εξ αρχής για το ποιας ομάδας την βία μελετάμε, αφού, όταν αφήνουμε έξω, από επιλογή μας, κάποιες μορφές βίας, αφήνουμε αναγκαστικά έξω την βία συγκεκριμένων ομάδων και άρα και τις ίδιες, υπονοώντας ίσως, ότι αυτές δεν είναι ή δεν υπήρξαν βίαιες. Και τούτο, στο πλαίσιο άλλης μίας παραδοχής, η οποία επίσης χρησιμοποιείται αξιωματικά, ότι δηλαδή, η βία είναι καταδικαστέα.

2.- Πράγματι λοιπόν, δεν μπορούμε να μιλήσουμε για κάτι χωρίς κάποιες παραδοχές και οριοθετήσεις, οι οποίες δηλώνουν «προκατάληψη» και προεπιλεγμένο πλαίσιο ..

Και είναι αυτές ακριβώς οι παραδοχές και οι οριοθετήσεις, οι οποίες αποτελούν το “αυθαίρετο” τμήμα της εργασίας μας, την ευθύνη μας δηλαδή, και για τούτο συνιστούν μια σημαίνουσα προσωπική παρέμβαση στην επιστημονικότητα της εργασίας. Ο μόνος τρόπος με τον οποίον μπορούμε να αποκαθιστούμε, τόσο στις κοινωνικές όσο και στις λεγόμενες “ακριβείς” επιστήμες, το ενδεχόμενο και ελλοχεύον έλλειμμα επιστημονικότητας είναι η έντιμη και εξ αρχής διακήρυξή των παραδοχών, των συμβάσεων και των προσωπικών μας επιλογών.

Ωστόσο οι παραδοχές αυτές, αλλά και άλλα, εξ ίσου καίρια, συστατικά μιας επιστημονικής εργασίας, όπως η επιλογή της ερωτηματοθεσίας, η προβληματική, η επιλογή της μεθόδου, των όρων και του λεξιλογίου, αποτελούν ένα σημαντικό στοιχείο για την ταυτότητα μιας εργασίας. Είναι ευτυχές κατά την γνώμη μου, το ότι στις μόλις προαναφερθείσες επιλογές, ο επιστήμονας αναγκάζεται να είναι ολόκληρος παρών, και να επικαλεστεί και να αναδείξει την σύνολη προσωπικότητά του, και κύρια τις πεποιθήσεις του και τις αξίες του. Και είναι ακόμη πιο ευτυχές ότι λίγο-λίγο η επιστημονικότητα επιδεικνύει, άλλοτε με την θέλησή της και άλλοτε όχι, τις πεποιθήσεις της και αναγκαστικά αναλαμβάνει την ευθύνη γι’αυτό.

3.- Τέλος, και επειδή την ιστορία κάθε διαμάχης σε πρώτη φάση την γράφει ο νικητής, καμιά διαμάχη δεν ολοκληρώνεται και δεν κρίνεται παρά από στο βαθμό που εκείνος θα κατορθώσει να επιβάλει την δική του ερμηνεία των πραγμάτων.

Ο νικητής που όλα τα πήρε, διεκδικεί όχι βέβαια να απολογηθεί, αλλά κυρίως το φωτοστέφανο. Κι έχει ακόμη την έγνοια να μην τύχει και πάρει στη συνείδηση των ανθρώπων το ρόλο τού δήμιου και του «χασάπη». Θέλει ένα λούστρο ηθικής, να είναι ο «καλός». Μόνο που για τούτη εδώ την τελευταία και πιο δύσκολη μάχη και για όσο ζουν οι μάρτυρες, εμπόδιο είναι μεγάλο η κοινωνική μνήμη.

Κι έτσι στις μέρες μας βλέπουμε, συχνά πυκνά, και προϊούσης της αποχώρησης από τον μάταιο τούτο κόσμο των μαρτύρων των όποιων κοινωνικών συγκρούσεων, οι νικητές τους, σε πολλά μέρη του κόσμου και του μικρόκοσμου, να δραστηριοποιούνται ξανά για να διεκδικήσουν κάτι : το φύλλο της ηθικής.

Και τότε μένει σε μας να δούμε και να παραδεχτούμε σε ποια κατεύθυνση βρισκόμαστε όσο μιλάμε, κι όσο σιωπούμε…

5 Αυγούστου 2002 (‘πειράχτηκε’ στις 25 Μαρτίου 2007)

© L’Enfant de la Haute Mer

Visual: World Press Photo awards 2007, «General News Stories» —2nd. Peter van Agtmael, USA, Polaris Images, Night raids, Iraq, January-March


Αρέσει σε %d bloggers: