Για ένα κομμάτι ψωμί (Κατσιμιχαίοι, 1988)

Φεβρουαρίου 29, 2012

Μουσικές προφητείες

Ο Χάρης Κατσιμίχας ερμηνεύει “για ένα κομμάτι ψωμί” στη συναυλία το καλοκαίρι του 2010 στο Terra vibe Park.

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δε φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
πρέπει να δώσεις πολλά.

Δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου,
δε φτάνει μόνο το κορμί σου.
Το πιο σπουδαίο είν’ η ψυχή σου, δικέ μου.
Έχει τους νόμους τους αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Θα σου κρεμάσουνε μια μπάλα
και θα τραβιέσαι μ’ αυτήν μέρα – νύχτα.
Έχεις κανάλι πολύ να τραβήξεις,
μέχρι να πάψεις να λες -”μα τι τρέχει;”
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα πιεις φαρμάκια πολλά.

Θα σε πετάνε από δω κι από κει
θα λαχανιάζει η ψυχή σου.
Θα φτύσεις αίμα απ’ το στόμα, δικέ μου.
Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,
δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα ‘χεις ξεχάσει πολλά.
Για ένα κομμάτι ψωμί,
θα ‘χεις πληρώσει ακριβά.

Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,
μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.
Θα σε κλωτσάνε και θα σ’ αρέσει, δικέ μου.
Σαν το σκυλί τους θα σ’ έχουν, δικέ μου,
μα δε θα έχεις ψυχή να το νοιώσεις,
θα είναι για σένα αργά.
-

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

Χρυσοδάκτυλοι

Φεβρουαρίου 28, 2012

Χρυσοδάκτυλοι

Χρυσοδάκτυλοι ή τα χάλκινα πνευστά της Μακεδονίας

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

Φεβρουαρίου 26, 2012

-

-

. . . . . . . . .

-

via

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

Iran, the Beautiful

Φεβρουαρίου 24, 2012

μιλάω στα δέντρα περσικά / εγώ είμαι ξένος /μιλάω στα δέντρα περσικά / τα δέντρα μου αποκρίνονται /μέσα σ'αυτή τη συγγένεια / δεν είμαι ξένος. Αθήνα 1983


αφιερωμένο στον ποιητή Fereydoun Faryad που πέθανε την Κυριακή 5 Φεβρουαρίου στην Αθήνα και ζήτησε να ταφεί στην Ελλάδα.

This slideshow requires JavaScript.

Το βιογραφικό του στα ελληνικά και τα αγγλικά (λίγο πιο πλήρες) από την σελίδα της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων
-

via

Δύτη των νιπτήρων ευχαριστώ για την ενημέρωση
-

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

ο νεκροθάφτης (Georges Brassens, 1952)

Φεβρουαρίου 23, 2012

-
για τον τρυφερό, ευαίσθητο και μεγάλο ζωόφιλο, τον ποιητή Georges Brassens (1921-1981)
-

-
ο νεκροθάφτης

Ο Θεός ξέρει ότι κατά βάθος δεν είμαι κακός
Και ποτέ μου δεν εύχομαι να πεθαίνουν οι άνθρωποι
Όμως, αν δεν πέθαινε ποτέ κανένας
Θα πέθαινα εγώ από την πείνα …
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Οι ζωντανοί νομίζουν ότι δεν έχω τύψεις
επειδή βγάζω το ψωμί μου στις πλάτες των πεθαμένων
Όμως με πειράζει πολύ, και εξ άλλου
Τους θάβω με πολύ βαριά καρδιά…
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Κι όσο δεν καταφέρνω να χαλιναγωγήσω τη συγκίνηση μου
Τόσο οι φίλοι με κοροϊδεύουν.
Μου λένε: «Ώρες-ώρες κακομοίρη,
Έχεις φάτσα κηδείας … »
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Και δεν πάει να λέω στον εαυτό μου ότι τίποτα δεν διαρκεί για πάντα,
Από την άλλη, δεν μπορώ να το βρίσκω και εντελώς φυσικό
Και ποτέ δεν καταφέρνω
Να παίρνω τον θάνατο όπως έρχεται …
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

Δεν σε είδα, δεν σε ξέρω, Καλέ μου Πεθαμένε Αντίο !
Κι αν κάτω από το χώμα βλέπεις τον Θεό
Πες του πόσο πολύ μου κόστισε
Η τελευταία φτυαριά …
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης
Είμαι ένας κακόμοιρος νεκροθάφτης

This slideshow requires JavaScript.


Ο Georges Brassens γεννήθηκε σε μια λαϊκή συνοικία στο λιμάνι-λιμνοθάλασσα Sète. (Στο Sète γεννήθηκαν επίσης οι:  Paul Valéry, Jean Vilar, Hervé Di Rosa, Manitas de Plata, και ο Robert Combas). Ζούσε με την μητέρα του  Elvira, τον πατέρα του Jean-Louis και την ετεροθαλή αδελφή του Simone (1912-1994), από τον πρώτο γάμο της μητέρας του, καθώς και τους παππούδες από την πλευρά του πατέρα του Jules και Marguerite.
Η μητέρα του, που οι γονείς της κατάγονταν από το Marsico Nuovo (περιοχή Basilicate της νότιας Ιταλίας), ήταν αυστηρή καθολική. Χήρα του Μεγάλου Πολέμου (Α’ Π.Π.), η Elvira παντρεύτηκε το 1919 σε δεύτερο γάμο τον Jean-Louis Brassens, εργολάβο χτίστη, άνθρωπο ήρεμο, γενναιόδωρο, με ελεύθερο πνεύμα και φανατικό αντικληρικαλιστή. Οι γονείς του ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες, που τους ένωνε όμως το τραγούδι. Εξ άλλου, όλοι τραγουδούσαν στο σπίτι. 
Στα 16 του, την άνοιξη του 1938, εμπλέκεται σε μια ατυχή περιπέτεια. Για να βγάλει το χαρτζιλίκι του, κλέβει μαζί με τους φίλους του. Για λόγους ευκολίας, οι συγγενείς του είναι τα πρώτα θύματα. Ο Brassens κλέβει το δαχτυλίδι και το βραχιόλι της αδελφής του. Αυτές οι επαναλαμβανόμενες διαρρήξεις φέρνουν την πόλη σε αναταραχή. Όταν η αστυνομία συνέλαβε τελικά τους ενόχους, η υπόθεση προκάλεσε σκάνδαλο. Επιεικής, ο πατέρας του Jean-Louis Brassens,  όταν πήγε να τον παραλάβει από το αστυνομικό τμήμα δεν του είπε απολύτως τίποτε. Για τη στάση του πατέρα του, θα κάνει ένα τραγούδι: «Ξέρω όμως ότι ένα χαμένο παιδί, είναι τυχερό, όταν έχει έναν τέτοιο πατέρα. Νομίζω ότι μου έδωσε ένα μάθημα που με βοήθησε να καταλάβω τον εαυτό μου: στη συνέχεια προσπάθησα να κατακτήσω τον αυτοσεβασμό μου. [...] Προσπάθησα μέσα μου, να μιμηθώ τον πατέρα μου. Προσπάθησα μόνο… »
Αυτή η κλοπή του στοίχισε το 1939 ποινή φυλάκισης με αναστολή. Δεν επέστρεψε ποτέ στο κολέγιο. Πέρασε το καλοκαίρι κλεισμένος στο σπίτι του. Στις 3 Σεπτεμβρίου, κηρύχθηκε ο πόλεμος κατά της Γερμανίας. Θα μπορούσε να γίνει χτίστης κοντά στον πατέρα του, αλλά μάταια, δεν του άρεσε καθόλου αυτή η προοπτική. Έπεισε τους γονείς του να τον αφήσουν να δοκιμάσει την τύχη του στο Παρίσι και, έτσι να ξεφύγει από την στίγμα της κλοπής.
Σε ένδειξη σεβασμού προς τον πατέρα του, δεν τραγούδησε δημόσια παρά μόνο μετά το θάνατό του. Ωστόσο από το 1952 ως το 1976 γύρισε σε στούντιο 14 δίσκους. Το 1967 πήρε  Το Μεγάλο Βραβείο Ποίησης της Γαλλικής Ακαδημίας.

LE FOSSOYEUR

Dieu sait que je n’ai pas le fond méchant,
Je ne souhaite jamais la mort des gens;
Mais si l’on ne mourait plus.
Je crèverais de faim sur mon talus…
Je suis un pauvre fossoyeur.

Les vivants croient que je n’ai pas de remords
A gagner mon pain sur le dos des morts;
Mais ça me tracasse et d’ailleurs.
Je les enterre à contrecoeur…
Je suis un pauvre fossoyeur.

Et plus je lâche la bride à mon émoi.
Et plus les copains s’amusent de moi;
Y me disent: “Mon vieux par moments.
T’as une figure d’enterrement…”
Je suis un pauvre fossoyeur.

J’ai beau me dire que rien n’est éternel,
Je peux pas trouver ça tout naturel;
Et jamais je ne parviens
A prendre la mort comme elle vient…
Je suis un pauvre fossoyeur.

Ni vu ni connu, brave mort adieu!
Si du fond de la terre on voit le Bon Dieu.
Dis-lui le mal que m’a coûté
La dernière pelleté…
Je suis un pauvre fossoyeur.
Je suis un pauvre fossoyeur.

Georges Brassens (1921-1981)

Georges Brassens

-

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

τα αγαπημένα μου παραμύθια

Φεβρουαρίου 21, 2012

© Μετάφραση, μοντάζ, φωτισμοί, σκηνικά και κοστούμια: L’Enfant de la Haute Mer

εξαιρετικά αφιερωμένο στα «περήφανα γηρατειά» αλλά και σε όλους εμάς..

Οι Μουσικοί του Δήμου της Βρέμης μεσ’ τη μέση του δρόμου (μεγαλώστε)

Οι Μουσικοί της Βρέμης ή Η Συναυλία των Ζώων, των αδελφών Γκριμ

Δείτε εδώ την πρώτη εκδοχή του 1935.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μυλωνάς που είχε ένα γάιδαρο. Ο γάιδαρος είχε για πολλά χρόνια υπομονετικά κουβαλήσει σακιά και σακιά στο μύλο. Τώρα που οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και ήταν όλο και πιο ανίκανος να κουβαλήσει, ο μυλωνάς σκέφτηκε να κάνει οικονομία στο σανό. Ο Γάιδαρος όμως το κατάλαβε ότι ο άνεμος άλλαξε, το έσκασε και πήρε το δρόμο προς την Βρέμη.
—«Εκεί, μονολογούσε, θα μπορούσα τουλάχιστον να βρω μια θέση ως βιολοντσελίστας στην ορχήστρα του Δήμου».

Το μπρούτζινο άγαλμα του Gerhard Marcks που δείχνει τους μουσικούς του Δήμου της Βρέμης και βρίσκεται στη Βρέμη στη Γερμανία. Το άγαλμα έγινε το 1953. Τα μπροστινά πόδια του γαϊδάρου έχουν γυαλίσει από το πιάσε-πιάσε, που λέγεται ότι φέρνει τύχη.

Δεν είχε περπατήσει και πολύ, όταν βρήκε ένα Σκύλο ξαπλωμένο στο δρόμο, ένα κυνηγόσκυλο που ούρλιαζε λυπητερά, όπως ένα ζώο που έχει χρόνια εξαντληθεί να τρέχει και να κυνηγάει για το αφεντικό του.
—«Μεγάλο Σκυλί, τι έχεις και γδέρνεις έτσι το λαρύγγι σου από το κλάμα;» ρώτησε ο Γάιδαρος.
—«Αλοίμονο, είπε το Σκυλί, επειδή είμαι γέρος και κάθε μέρα όλο και πιο αδύναμος και ανίκανος να πάω για κυνήγι, ο αφέντης μου δεν θέλει να με ταΐζει άλλο και θέλει να με τουφεκίσει, κι έτσι δραπέτευσα. Τώρα όμως πού θα βρίσκω να τρώω;»
—«Ξέρεις, του είπε ο Γάιδαρος, θα πάω στην Βρέμη για να μπω στην ορχήστρα. Έλα μαζί μου και γίνε και συ μουσικός. Θα παίξω κιθάρα και συ θα χτυπάς το τύμπανο.»
Ο Σκύλος καταχάρηκε και συνέχισαν το ταξίδι τους.
Λίγο μετά, βρήκαν μια Γάτα να κάθεται στον δρόμο, με την θλίψη ζωγραφισμένη στο μακρύ της πρόσωπο, τόσο μακρύ και θλιμμένο σαν τρεις μέρες βροχής.
—«Ε, λοιπόν, τι σου συμβαίνει, γερο-Raminagrobis;» ρώτησε ο Γάιδαρος.
—«Μη γελάς, φοβάμαι για το τομάρι μου», είπε η Γάτα. Καθώς γερνάω, τα δόντια μου έχουν φθαρεί, και θα προτιμούσα να γουργουρίζω πίσω από τη σόμπα, παρά να κυνηγάω ποντίκια. Και η κυρά μου θέλει να με πνίξει. Είναι αλήθεια ότι κατάφερα να το σκάσω, αλλά τι τα θέλεις; Τι θα απογίνω τώρα;»
—«Γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας στη Βρέμη; Ξέρεις από νυχτερινή μουσική, κι μπορείς να έρθεις στην μπάντα του Δήμου όπως κι εμείς».
Η Γάτα βρήκε την ιδέα εξαιρετική και τους ακολούθησε. Και οι τρεις αυτοεξόριστοί μας δεν άργησαν να περάσουν μπροστά από ένα κοτέτσι, στο πορτάκι του οποίου βρισκόταν σκαρφαλωμένος  ένας Κόκορας, τσιρίζοντας με όλη του τη δύναμη.
-«Τσιρίζεις και θα μας σπάσεις το τύμπανο των αυτιών μας», είπε ο Γάιδαρος. «Ποιο είναι λοιπόν το πρόβλημά σου;»
—«Σημαίνω την ώρα. Αναγγέλλω κάθε χρόνο την Άνοιξη, όταν η Παναγία πλένει τις πάνες του Χριστού και τις απλώνει να στεγνώσουν…
Αλλά επειδή αύριο είναι Κυριακή και η κυρά μου έχει καλεσμένους στο σπίτι, διέταξε την μαγείρισσα, να με κάνει σούπα και να με σερβίρει στο δείπνο. Απόψε θα μου κόψουν το λαιμό… Έτσι κι εγώ, τραγουδάω με όλες τις δυνάμεις μου, για όσο ακόμη θα μπορώ».

—«Θα έκανες πολύ καλύτερα αν ερχόσουν μαζί μας, Κοκκινολείρη! Πάμε στη Βρέμη, και ούτως ή άλλως, εκεί ή αλλού, θα είναι πάντα καλύτερα από το θάνατο. Έχεις μια περίφημη φωνή και η μουσική που θα κάνουμε όλοι μαζί δεν μπορεί παρά να γοητεύσει, σε διαβεβαιώ!»
Ο Κόκορας αποδέχθηκε την προσφορά και νάτοι όλοι μαζί συνέχισαν το δρόμο τους.
Βέβαια δεν μπορούσαν να φτάσουν αυθημερόν στη Βρέμη.
Έτσι, όταν βράδιασε σταμάτησαν σε ένα δάσος για να περάσουν τη νύχτα. Ο Γάιδαρος και το Σκυλί ξάπλωσαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο, ενώ η Γάτα και ο Κόκορας βολεύτηκαν στα κλαδιά του.

Ο Κόκορας όμως, σκαρφάλωσε μέχρι την κορυφή του δέντρου για να είναι πιο ασφαλής εκεί.
Πριν αποκοιμηθεί, έριξε μια τελευταία ματιά γύρω-γύρω, και του φάνηκε πως είδε ένα μικρό φως να λάμπει στο βάθος. Φώναξε τους συντρόφους του και τους είπε ότι πρέπει να υπάρχει ένα σπίτι εκεί που είδε το φως.

—«Στην περίπτωση αυτή, είπε ο Γάιδαρος, είναι καλύτερα να σηκωθούμε και να πάμε ως εκεί, γιατί αυτό εδώ το πανδοχείο είναι μάλλον άβολο!»
Ο Σκύλος, εν τω μεταξύ, είπε πως κάνα δυο κόκαλα με λίγο κρέας, δεν θα ήταν τόσο και τόσο άσκημα.
Οπότε προχώρησαν μέχρι το λίγο φως που έλαμπε εκεί πέρα, που μάλιστα το έβλεπαν μεγαλώνει καθώς πλησίαζαν. Έφτασαν πράγματι μπροστά σε ένα σπίτι, που ήταν γεμάτο Ληστές. Ο Γάιδαρος, σαν πιο μεγαλόσωμος, πλησίασε το παράθυρο για να κοιτάξει μέσα.
—«Τι βλέπεις, γερο-Γκρίζε;» ρώτησε ο Κόκορας.
—«Αυτό που βλέπω», είπε ο Γάιδαρος, «είναι ένα καλοστρωμένο τραπέζι με όλα όσα χρειαζόμαστε, καλό φαγητό, καλό ποτό, και Ληστές που έχουν στρωθεί του δίνουν και καταλαβαίνει!»
—«Α! Αυτό είναι ό,τι μας χρειάζεται», είπε ο Κόκορας.
—«Αχ» είπε ο Γάιδαρος, «αν μπορούσαμε μόνο να μπούμε μέσα!»
Τα ζώα συνεδρίασαν αναζητώντας τρόπο να διώξουν τους ληστές, και τελικά τον βρήκαν.
Ο Γάιδαρος θα στεκόταν στα πίσω πόδια του και θα έβαζε τα μπροστινά στο πρεβάζι.
Ο Σκύλος θα ανέβαινε στην ράχη του Γαϊδάρου, η Γάτα πάνω στον Σκύλο και ο Κόκορας, μ’ ένα φτερούγισμα στο κεφάλι της Γάτας. Η πυραμίδα στήθηκε στο λεπτό, κι όλοι μαζί άρχισαν, με το ένα-δύο-τρία, να κάνουν τη μουσική τους: το Γαϊδούρι γκάριζε, με όση την δύναμη είχαν οι πνεύμονές του, το Σκυλί γάβγιζε, η Γάτα νιαούριζε, και ο Πετεινός πάνω-πάνω λαλούσε.
Στη συνέχεια, μπήκαν όλοι στο δωμάτιο από το παράθυρο κι άρχισαν να σπάνε τα τζάμια με πάταγο. Οι ληστές πήδηξαν έντρομοι από τον απίστευτο θόρυβο, πιστεύοντας ότι ήρθε ένα φάντασμα. Έφυγαν και έτρεξαν τρέμοντας να βρουν καταφύγιο στο δάσος.
Στη συνέχεια, οι τέσσερις σύντροφοι κάθισαν στο τραπέζι, με την άνεσή τους κι άρχισαν να τρώνε ό,τι απέμεινε. Έφαγαν τόσο, λες κι αύριο άρχιζε νηστεία για τέσσερις εβδομάδες.

Όταν τέσσερις μουσικοί μας είχαν τελειώσει, έσβησαν το φως και αναζήτησαν ο καθένας κάπου να κοιμηθεί, ανάλογα με το γούστο και τη φύση τους. Ο Γάιδαρος ξάπλωσε σε ένα σωρό κοπριάς, ο Σκύλος πίσω από την πόρτα, η Γάτα στο τζάκι κοντά στις ζεστές στάχτες, και ο Κόκορας σε ένα δοκάρι του σκελετού του ξύλινου σπιτιού.
Κουρασμένοι από το μακρύ δρόμο που είχαν κάνει, αποκοιμήθηκαν αμέσως. Είχαν περάσει μεσάνυχτα, και οι Ληστές στο δάσος, είδαν ότι δεν υπήρχε πια φως στο σπίτι, κι όλα έδειχναν ήσυχα. Ο Αρχιληστής είπε:

—«Κακώς τρομοκρατηθήκαμε με το τίποτα και αφήσαμε το φαϊ τόσο γρήγορα!»
Διέταξε έναν από τους άντρες του να δει τι ακριβώς συνέβαινε στο σπίτι. Βλέποντας ότι όλα ήταν ήσυχα, ο Ληστής που πήγε να επιθεωρήσει, μπήκε στην κουζίνα για να ανάψει ένα κερί. Πλησιάζοντας στο τζάκι, πήρε τα λαμπερά μάτια της γάτας για αναμμένα κάρβουνα και προσπάθησε να ανάψει ένα σπίρτο.
Η Γάτα, που δεν βρήκε το αστείο και τόσο του γούστου της, του όρμηξε στη μούρη, μπήγοντάς του όλα τα νύχια της και κάνοντας «χου» με οργή. Τρομαγμένος και φοβισμένος, ο Ληστής γύρισε και προσπάθησε να σαλτάρει μέχρι την πόρτα για να ξεφύγει, αλλά ο Σκύλος, που ήταν ως τότε ξαπλωμένος εκεί, πήδηξε πάνω του και του δάγκωσε το πόδι.
Μόλις ο Ληστής κατάφερε να βγει και θέλησε να διασχίσει την αυλή, πέρασε κοντά από την κοπριά και άρπαξε μια γερή κλωτσιά στον κώλο, ενώ ο Κόκορας, ξύπνησε από τον θόρυβο, πέταξε από το δοκάρι του κι έβγαλε ένα δυνατό Κοκορίκοοοοοοοοοοο….

Με όση ταχύτητα μπορούσε να γυρέψει από τα πόδια του, ο Ληστής έτρεξε προς τον Αρχιληστή και του είπε:
—«Είναι στο σπίτι μια φοβερή μάγισσα που σφύριξε κατά πάνω μου και μου ξέσκισε τη μούρη με τα γαμψά της δάχτυλα. Στην πόρτα στεκόταν ένας άνδρας οπλισμένος με μαχαίρι και μου έριξε μια μαχαιριά στο πόδι. Έξω, στην αυλή, υπήρχε ένα μαύρο τέρας που μου έριξε μια κλωτσιά, και στην κορυφή της οροφής, ένας δικαστής ο οποίος φώναξε:
—«Φέρτε μου τον Κακό!».
Έπρεπε να φτάσουν τα πόδια μου στην πλάτη για μπορέσω να τους ξεφύγω».
Από τότε, οι Ληστές δεν τόλμησαν πια να πάνε στο σπίτι, όπου έμεναν οι τέσσερις μουσικοί της ορχήστρας του Δήμου της Βρέμης.
Κι αυτοί έμειναν εκεί για πάντα και δεν χρειάστηκε να πάνε παραπέρα.
Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Town Musicians of Bremen

Les Musiciens de Brême

The Bremen Town Musicians

Les musiciens de la fanfare de Brême

Les musiciens de Brême

Το κέντρο της Βρέμης πάνω στον ποταμό Weser

-

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ανώνυμα σχόλια ή σχόλια που παραπέμπουν σε πλαστή διαδικτυακή προσωπικότητα, με ψευδές e-mail μιας χρήσεως και πλαστό ψευδώνυμο, δεν εγκρίνονται και δεν απαντώνται.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 54 other followers